Διεκδικούμε πολιτισμικά, εθνογραφικά και ιστορικά το Μοναστήρι, Γευγελή, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Αχρίδα, Πετρίτσι, Άνω Τσουμαγιά, Ανατολική Ρωμυλία...

Ιστορία

 

Η μάχη του Βαλτετσίου και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Η μάχη του Βαλτετσίου σημειώθηκε στις 12-13 Μαΐου 1821 και θεωρείται ως μία από τις πιο αποφασιστικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που οδήγησε στην Άλωση της Τριπολιτσάς. Πρωτοστάτης της μάχης αυτής ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη


Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οργάνωσε στρατόπεδα στα υψώματα γύρω από την πόλη. Έτσι στις 16 Απριλίου 1821 διέταξε την οχύρωση τεσσάρων λόφων δίπλα στο χωριό Βαλτέτσι.

Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στην Τριπολιτσά, με αγωνία περίμεναν βοήθεια από τον Χουρσίτ, που βρισκόταν στα Γιάννενα και πολεμούσε τον Αλή Πασά. Ο Χουρσίτ έστειλε ισχυρό στράτευμα με επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ, ο οποίος το χώρισε σε δύο τμήματα. Στο πρώτο ηγήθηκε ο ίδιος με τον Ομέρ Βρυώνη, με 14.000 στρατό]και κατευθύνθηκε ανατολικά. Το δεύτερο, που αποτελείτο από 3.500 Αλβανούς, κατευθύνθηκε προς τη δυτική Ελλάδα, υπό την ηγεσία του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά.

Ο στρατός του Κεχαγιάμπεη πέρασε το Αντίρριο χωρίς απώλειες. Πέρασε από την Πάτρα, πυρπόλησε τη Βοστίτσα (Αίγιο) και στη συνέχεια έλυσε τις ελληνικές πολιορκίες σε Κόρινθο και Άργος, για να μπει,τελικά, στην Τριπολιτσά.

Η πρώτη μάχη

Στις 24 Απριλίου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τρίπολη με 4.000 άνδρες και επιτέθηκε στο Βαλτέτσι . Οι ολιγάριθμοι υπερασπιστές του υποχώρησαν, χάνοντας ζώα και προμήθειες. Η μάχη συνεχίστηκε βόρεια του χωριού όπου ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης είχε βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Σε βοήθειά του έσπευσε ο Δημήτρης Πλαπούτας χτυπώντας τους Τούρκους από τα νώτα. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν σε υποχώρηση και ο Κολοκοτρώνης τους κυνήγησε μέχρι το χωριό Μάκρη.

Μετά τη μάχη, το στρατόπεδο ανασυγκροτήθηκε ταχύτατα με φρουρά 1.000 ανδρών και επικεφαλής τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και δημιουργήθηκαν εκ νέου ταμπούρια και κατέφθασαν ενισχύσεις. Στο πρώτο ταμπούρι βρέθηκαν ο Ηλίας και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με όλους τους Μανιάτες στο δεύτερο ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, ο κεφάλας, ο Γιάννης Μαυρομιχάλης, ο Παναγιώτης Κατριβάνος από το Ίσαρι Μεγαλόπολης και ο Θανάσης Δαγρές από τη Βρωμόβρυση Μεσσηνίας, με τους στρατιώτες τους. Στο τρίτο ο Ηλίας και ο Νικήτας Φλέσσας, ο Σιώρης, ο Νικηταράς και πολλοί Λιονταρίτες και Γορτύνιοι.

Η δεύτερη μάχη

Τα χαράματα της 12ης Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τρίπολη με 10.000 Τουρκαλβανούς με προορισμό την Καλαμάτα. Κάποιοι Βαρδουνιώτες,με σκοπό τη λαφυραγωγία και με αρχηγό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή,αντιλήφθηκαν την παρουσία Ελλήνων στο Βαλτέτσι, άρχισαν τις αψιμαχίες μαζί τους, για να προστεθούν στη συνέχεια και οι άλλοι]. Τότε κατέφθασε ο Κολοκοτρώνης,αφού ειδοποιήθηκε, με 700 άνδρες. Ο Ρουμπής, που βρέθηκε πλέον περικυκλωμένος, ζήτησε ενίσχυση από τον Κεχαγιάμπεη που μέχρι τότε παρακολουθούσε τη μάχη επικεφαλής 3.000 ιππέων.
Το απόγευμα έφτασε ο Δημήτρης Πλαπούτας, ο Κανέλλος Δεληγιάννης με 700 άνδρες]. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα χωρίς να υποχωρεί καμία πλευρά. Τα ξημερώματα της 13ης Μαΐου, οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέα επίθεση.

Η φυγή των Τούρκων και η νίκη του Κολοκοτρώνη

Μετά από 4 ώρες μάχης και ενώ ο Ρουμπής κινδύνευε, ο Κεχαγιάμπεης διέταξε υποχώρηση. Βλέποντας αυτήν την κίνηση, ο Κολοκοτρώνης ξεκίνησε γενική αντεπίθεση. Έτσι οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή, πετώντας τα όπλα τους.

Συνολικά οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και πάνω από 500 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες μόλις 2. Ανάμεσα στα λάφυρα των επαναστατών ήταν πολλά τουφέκια, 1 πυροβόλο και 8 σημαίες]. Η μάχη υπήρξε καθοριστική για το ηθικό των αντιμαχομένων. Οι Έλληνες, οι οποίοι πολέμησαν για πρώτη φορά κάτω από σωστή οργάνωση, πήραν θάρρος συνειδητοποιώντας την ανωτερότητά τους έναντι των Τούρκων, ενώ οι δεύτεροι κατάλαβαν ότι η επανάσταση ήταν κάτι σοβαρότερο από μία απλή εξέγερση ολιγάριθμων Ελλήνων.

Η λαϊκή μούσα τίμησε τη νίκη στο Βαλτέτσι με το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:

Τι έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήπως διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέρασε από τα Τρίκορφα και σύρε στο Βαλτέτσι,
όπου είν' ο τόπος δυνατός και δυνατά ταμπούρια,
εκεί θα βρεις τα αίματα, τα τούρκικα κεφάλια,
Τρία μπαϊράκια κίνησαν από μέσα από τη χώρα,
το ένα πάει στα Τρίκορφα, τ' άλλο στους Αραχαμίτες,
κι αυτός ο Κεχαγιάμπεης πηγαίνει στο Βαλτέτσι.
Ο Κυριακούλης του μιλάει κι ο Μπεζαντές του λέει:
«Πού πας, βρε Κεχαγιάμπεη, τ' Αλή πασά κοπέλι;
Εδώ δεν είναι Κόρινθος, δεν είναι Πέρα Χώρα,
δεν είναι τ' αργίτικα κρασιά, του Μπέλεση τα κριάρια.
Εδώ είν' ορδή Καρύταινας, μανιάτικο ντουφέκι,
Κολοκοτρώνης αρχηγός με το Μαυρομιχάλη».
Αφήστε τα ντουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας
βάλτε τους Τούρκους εμπροστά, σαν πρόβατα, σαν γίδια.
Μοιραστείτε το!Η λαϊκή μούσα τίμησε τη νίκη στο Βαλτέτσι με το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:

Τι έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήπως διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέρασε από τα Τρίκορφα και σύρε στο Βαλτέτσι,
όπου είν' ο τόπος δυνατός και δυνατά ταμπούρια,
εκεί θα βρεις τα αίματα, τα τούρκικα κεφάλια,
Τρία μπαϊράκια κίνησαν από μέσα από τη χώρα,
το ένα πάει στα Τρίκορφα, τ' άλλο στους Αραχαμίτες,
κι αυτός ο Κεχαγιάμπεης πηγαίνει στο Βαλτέτσι.
Ο Κυριακούλης του μιλάει κι ο Μπεζαντές του λέει:
«Πού πας, βρε Κεχαγιάμπεη, τ' Αλή πασά κοπέλι;
Εδώ δεν είναι Κόρινθος, δεν είναι Πέρα Χώρα,
δεν είναι τ' αργίτικα κρασιά, του Μπέλεση τα κριάρια.
Εδώ είν' ορδή Καρύταινας, μανιάτικο ντουφέκι,
Κολοκοτρώνης αρχηγός με το Μαυρομιχάλη».
Αφήστε τα ντουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας
βάλτε τους Τούρκους εμπροστά, σαν πρόβατα, σαν γίδια.
Μοιραστείτε το!τσίου σημιεώθηκε στις 12-13 Μαΐου 1821 και θεωρείται ως μία από τις πιο αποφασιστικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που οδήγησε στην Άλωση της Τριπολιτσάς. Πρωτοστάτης της μάχης αυτής ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Πηγές: wikipedia,sansimera.gr 
*********************************************************************

  Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Υψηλός, ωραίος, επιβλητικός άνδρας, ολόϊσος και κυπαρισσένιος, όπως ολόϊσια, μονοκόμματη και χωρίς συμβιβασμούς ήταν και ή ζωή του. Γι’ αυτόν ό εχθρός ήταν εχθρός και ο εχθρός το εχθρού σύμμαχος και φίλος. Μιά πού οι Βούλγαροι του κομιτάτου μάς είχαν κηρύξει τον πόλεμο και σκότωναν όποιον προλάμβαναν, έπρεπε και ημείς, αν θέλαμε να ζήσουμε, να τούς αντιμετωπίσουμε με όλα τα όπλα και όλα τα μέσα. Η σωτηρία ήταν μαζί με τον μωσαϊκό ό υπέρτατός μας νόμος και κάθε βοηθός και σύμμαχος ευπρόσδεκτος και πολύτιμος.
Δούλευε κτίστης, γαλατάς κάπου στην Πόλι. Οι Τούρκοι τον έδιωξαν για δεύτερη φορά και τον έστειλαν εξορία στο χωριό του το Στρέμπενο (Ασπρόγεια), πού βρίσκεται στα ριζά του Βίτσι και πάνω στο δρόμο Αμυνταίου —Λεχόβου—Καστοριάς και όπου είχε γεννηθή το 1876. Οι κάτοικοί του, σλαβόφωνοι τώρα, κατάγονται όλοι σχεδόν από την Ήπειρο, τ’ Άγραφα και την Τσαμουριά. Τον πήραν για άνθρωπο του βουλγαρικού κομιτάτου (κομιτατζή). Καταγινόταν, φαίνεται, ό Βαγγέλης στην Πόλι με τα όπλα και εγύμναζε άλλους συμπατριώτες του. Αρκετά χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατό του έδειχναν στο Παπάσκιοϊ τη φουστανέλλα, πού φορούσε στα καρναβάλια.
Είτε είχε «οργανωθή» στο κομιτάτο είτε όχι ό Βαγγέλης στην τουρκική πρωτεύουσα, έπεσε με τα μούτρα, θέλοντας και μη, στην δουλειά τού κομιτάτου, μόλις γύρισε στο χωριό του. Μα γρήγορα τού μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Έβλεπε να σκοτώνονται μονάχα Έλληνες παπάδες και πρόκριτοι, γιατί ήσαν Έλληνες, και να μιλούν μεταξύ τους οι αρχηγοί μονάχα για Βουλγαρία και Βουλγαρισμό. Ένα απ’ τα θύματα ήταν και ό γηραιός Παπαδημήτρης, εφημέριος τού χωριού του. Τον διώρισαν ως τόσο μιά μέρα αρχηγό «υπεύθυνο» στο χωριό του και άλλα βορεινότερα χωριά ίσα με τις Πέτρες και τον Άγιο Παντελεήμονα. Τούς είπε να πάρη στην δικαιοδοσία του και τα γειτονικά, Λέχοβο, Κλεισούρα, Γέρμαν, Λόσνιτσα, Κωσταράζι, πού θα τα ωργάνωνε επίσης και θα τα ετοίμαζε για την επανάστασι.
— Αυτά.... Χμ.... άστα, τού αποκρίθηκαν.
— Γιατί;
— Δεν μάς κάνουν. Πώς να στο πούμε.
— Μα γιατί δεν μάς κάνουν; Αναλαβαίνω εγώ να τα οργανώσω. Ξέρω, θέλουν να πολεμήσουν κ’ έχουν καλά παλληκάρια.
— Δεν μας κάνουν, βρε αδελφέ. Δεν μάς χρειάζονται, πώς το λένε. Δεν το καταλαβαίνεις;
— Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μάς χρειάζονται και άλλοι χριστιανοί και Μακεδόνες, σκλάβοι σαν κ’ εμάς, πού θέλουν να πολεμήσουν τούς Τούρκους.
Πήρε τότε το λόγο ό ανώτερος αρχηγός Ποπώφ.
— Κουτός είσαι ή τον κουτό μάς παρασταίνεις; Τι τα θέλομε τα ελληνικά και γκραικομάνικα χωριά;
— Μα... μα... πώς; Για σταθήτε. Θ’ αποκλείσουμε τούς Γραικούς απ’ τον κοινό αγώνα; Δεν είναι και αυτοί σκλάβοι και εχθροί των Τούρκων;
— Είναι εχθροί μας, όσο και οι Τούρκοι.
— Χειρότεροι απ’ τούς Τούρκους, διώρθωσε ό Κόλης ό Μακρανιώτης.
— Μα απ’ την Ελλάδα παίρνομε τα όπλα και λέμε στον κόσμο πώς πολεμάμε σαν χριστιανοί για τον σταυρό και την ελευθερία χωρίς να ξεχωρίζουμε Γραικούς και Βουλγάρους και ν’ ανακατώνωμε Ελλάδα και Βουλγαρία.
— Κάμνομε την δουλειά μας.
— Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα.
— Δεν είναι ανάγκη να τα καταλαβαίνης. Πρέπει μονάχα να υπακούης.
— Θα σκεφτώ.
— Το κεφάλι, πού σκέπτεται έτσι πολύ, δεν στέκεται πολύ καιρό στον ώμο του.
— Θα σκεφτώ, ξαναείπε με πείσμα.
Ο Βαγγέλης ως τόσο σκέφθηκε και αφιερώθηκε στο σπίτι και τα λίγα χωράφια του. Το αξίωμα και την οργάνωσι τα ‘στειλε περίπατο.
Δεν έπαψαν όμως να τον σκέπτωνται και οι άλλοι. Μιά μέρα, πού καθόταν μαζί με τον Παπαδημήτρη το νεώτερο σ’ ένα μύλο, επρόβαλαν ξαφνικά οι Ποπώφ, Μάρκωφ και Σία.
— Άϊ, τι λες; τον ρώτησαν. Το σκέφτεσαι ακόμα;
Ξανάρχισε ή συζήτησις εντονώτερη. Οι αρχικομιτατζήδες επέμειναν να πάρη το «πόστο» τού αρχηγού των Κορεστίων. Ο Βαγγέλης αρνήθηκε. Του επρότειναν να εκλέξη άλλη περιφέρεια, όπου θα ήτο αρχηγός, αλλά ασφαλέστατα κάτω απ’ τη γη. Ο Βαγγέλης σηκώθηκε κ’ έφυγε χωρίς να τούς χαιρετήση.
Για τη φοβερή και τρομερή αυτή «προδοσία» ήλθαν να τον συγυρίσουν μιά απ’ εκείνες τις νύχτες οι σύντροφοι και συναγωνιστές του κομιτατζήδες. Τον κάλεσαν σε σύσκεψι, εζήτησαν έπειτα να τούς δεχθή στο σπίτι. Εκινητοποίησαν και τους πιο σεβαστούς προύχοντες του χωριού. Ο Βαγγέλης όμως ούτε έβγαινε έξω απ’ το σπίτι ούτε τούς δεχόταν μέσα. Όταν είδαν και απόειδαν ότι δεν έπιανε κανένα απ’ τα κλασσικό για την εύκολη δολοφονία κόλπα, κατέφυγαν στη βία. Αλλά και ό Βαγγέλης αντέταξε βία. Πολέμησε όλη νύχτα με μόνο βοηθό την αδελφή του Σοφία κα ένα άλλο σύντροφο. Κοντά τα μεσάνυχτα μιά παρέα κομιτατζήδες πλησίασαν και άρχισαν ν’ ανεβαίνουν με μιά σκάλα απ’ το πίσω μέρος του σπιτιού. Η Σοφία τότε άφησε το τουφέκι και τούς πέταξε στα μάτια μιά οκά πιπέρι! Μέσα σ’ αυτή την σύγχυσι βγήκε έξω ό Βαγγέλης και τούς κυνήγησε σ’ αρκετή απόστασι μακρυά απ’ το χωριό.
Το πρωί έγινε κρυφά μιά πραγματική σύσκεψι του Παπαδημήτρη και των προκρίτων Νικολ. Νικολαϊδη, Αστερ. Βολιώτη, Βαγγέλη Σίσκου και άλλων. Τον γέρο Παπαδημήτρη, τον πρεσβύτερο, είχαν ψήσει οι κομιτατζήδες ένα χρόνο ενωρίτερα. Ο υιός του χειροτονήθηκε νέος ακόμα, για να συνεχίση το λειτούργημα και τ’ όνομά του, καθώς και την παράδοσι και το μαρτύριό του. Τον Νικολαϊδη ένα χρόνο αργότερα τον κομμάτιασαν στο αμπέλι του, όπου δούλευε. Η κόρη του, πού αντίκρυσε την σκηνή, έπαθε παράλυσι των ποδιών της και ό υιός του ακράτεια τής κύστεως. Αποφάσισαν να φύγουν αμέσως ο Βαγγέλης και Παπαδημήτρης για την Καστοριά, αφού περάσουν απ’ το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων τής Χόλιστας, όπου ηγούμενος ήταν ό χωριανός των ιερομόναχος Παπαγρηγόριος Νικολαϊδης. Πέρασαν την νύχτα στο μοναστήρι και το πρωί παρουσιάστηκαν με τον ηγούμενο μπροστά στον μητροπολίτη Καραβαγγέλη. Ο Βαγγέλης του τα είπε όλα. Ο ενθουσιώδης δεσπότης βρήκε τον άνθρωπο, πού ζητούσε. Τον ώρκισε και του έδωκε θάρρος μπόλικο «εκ του περισσεύματος τής καρδίας του» και ολίγα εφόδια απ’ το γλίσχρο υστέρημά του. Ο Βαγγέλης γύρισε στ’ Ασπρόγεια με το κεφάλι και την σημαία υψηλά. Συγκέντρωσε ολόγυρά του άλλα οκτώ παιδιά απ’ το χωριό του και το Λέχοβο και εκήρυξε πια απροκάλυπτο τον πόλεμο στο κομιτάτο και τα όργανά του.
Μιά μέρα ό βοεβόδας Κόλε του έστησε ενέδρα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να σκοτωθούν δύο κομιτατζήδες. Την ίδια την βραδειά, πού παντρευόταν ή μονάκριβη και ηρωϊκή αδελφή του Σοφία, αφήκε τον γάμο και πήγε στα πουρνάρια, ψηλά στο Ράδος, για κομιτατζήδες. Σκότωσε εκεί τον αχικομιτατζή Κύρτσε.
Οι Τούρκοι δεν είχαν κανένα λόγο να μη κλείνουν τα μάτια. Στην αρχή δυσπιστούσαν, έπειτα και βοηθούσαν. Ο Βαγγέλης επίσης δεν είχε κανένα λόγο ν’ αποκρούση τη βοήθειά των. Του έφθανε ότι ήσαν εχθροί των Βουλγάρων. Θα συμμαχούσε και με τον σατανά εναντίον εκείνων, πού ήθελαν και αυτόν να δολοφονήσουν και την πατρίδα του να εξανδραποδίσουν.
Τον Ιούνιο του 1903 επήρε και την πρώτη ενίσχυσι απ’ το ελεύθερο κράτος. Ήσαν οι Ευθύμιος Καούδης, Δικώνυμος Μακρής, Περάκης, Λαμπρινός, Βρανάς, Μπουνάτος, Ζουρίδης, Καντουνάτος, Γεώργ. Σεϊμένης, όλοι Κρητικοί και μάλιστα Σφακιανοί. Τους έστειλε ό Παύλος Μελάς. Τούς είχε συστήσει ό Τσόντος Βάρδας, Σφακιανός και ό ίδιος. Ήσαν οι πρώτοι Κρητικοί, πού άνοιξαν τον δρόμο προς την Μακεδονία, με τόσο κρητικό αίμα βαμμένον. Απλοϊκοί άνθρωποι του βουνού, με δουλειές μερικοί στην Αθήνα, δεν ήξεραν καλά καλά τι θα έκαμναν εδώ πάνω ούτε ίσως τι ήταν και που βρισκόταν ή Μακεδονία. Τους είπαν ότι πήγαιναν σε πατριωτική αποστολή, πού χρειάζονταν άνδρες μπαρουτοκαπνισμένους και αποφασιστικούς. Και έτρεξαν. Στη μάχη τού Βαφέ τής Κρήτης το 1866 έπεσαν και τρεις Μοναστηριώτες φοιτητές. Ή Κρήτη ανταπόδιδε τώρα εκατονταπλάσια την θυσία τους.
Οι πρώτοι 10 τού Βαγγέλη υπήρξαν ή πρωτοπορεία τής σταυροφορίας, πού έρριξε με αλλεπάλληλα κύματα τα παιδιά τού ωραίου νησιού στ’ άγρια και αχόρταγα σαν τον κρητικό Μινώταυρο βουνά μας. Όλοι έπαιξαν το κεφάλι τους στα μακεδονικά βουνά με αφελή γενναιότητα και μιά κρυφή λαχτάρα για αγώνες, περιπέτειες και δόξα, σμπρωγμένοι απ’ την ορμή μιάς γενναίας ράτσας και τις παραδόσεις ατελειώτων επαναστάσεων και πατριωτικών πολέμων. Απ’ την πρώτη δεκάδα μερικοί έπεσαν στη Μακεδονία, άλλοι απέθαναν. Ζή αποτραβηγμένος και πτωχός στη Θεσσαλονίκη ό Καούδης, υπέργηρος τώρα και σχεδόν τυφλός, πού διατηρεί όλη την παλιά σεμνότητα και οροφροσύνη του.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστή κανείς τας εντυπώσεις των, όταν έφθασαν στα Ασπρόγεια. Στην Κρήτη είχαν γνωρίσει μονάχα αγώνες εναντίον απίστων, πού δεν ήξεραν παρά μόνον ελληνικά. Στο Στρέμπενο βρέθηκαν ξαφνικά μέσα στο περιπλεγμένο και μπερδεμένο μακεδονικό σύμπλεγμα τής εποχής εκείνης. Έβλεπαν ότι τον παλιό και γνώριμο εχθρό, τον Τούρκο, είχαν εδώ, προσωρινά τουλάχιστον, σαν φίλο και κύριο εχθρό τον Βούλγαρο, πού παρίστανε τον πρωταγωνιστή τού σταυρού και τής ελευθερίας εναντίον των Τούρκων. Η σύγχυσις και ό κλονισμός ήταν τόσο μεγάλος, ώστε έγινε αργότερα κάτι, πού εξηγεί και πως τόσοι καλοί Έλληνες είχαν στην αρχή παρασυρθή απ’ τα απατηλά συνθήματα του βουλγαρικού κομιτάτου. Ένας απ’ τούς 10, ό Γιώργης Σεϊμένης, αφήκε κρυφά τους συντρόφους του και πέρασε στο αντίθετο στρατόπεδο, όπως διηγείται ό Ευθύμιος Καούδης, όπου και βρήκε τον θάνατο απ’ το μαχαίρι τού Τσακαλάρωφ κοντά στην Ζαγορίτσανη. Η επίθεσις τού 1905 εναντίον τού χωριού αυτού απ’ το σώμα Βάρδα δεν είναι ολότελα άσχετη και με το τραγικό, όσο και χαρακτηριστικό επεισόδιο.
Ευτυχώς οι 10 Σφακιανοί, πού ήσαν όλοι καπεταναίοι ή υποψήφιοι καπεταναίοι και δεν αναγνώριζαν κανένα μεταξύ τους ανώτερο, βρήκαν στο πρόσωπο τού Βαγγέλη αληθινό και φυσικό αρχηγό, πού τούς επιβλήθηκε απ’ την πρώτη στιγμή. Τους παρουσίαζε για Κοζανίτες, Σιατιστινούς, Τσοτυλιώτες. Τούς είχε εφοδιάσει και με τις σχετικές ταυτότητες (νοφούζια). Μα την άλλη μέρα απ’ το πρωί βλέπουν να μπαίνη στο σπίτι τού Βαγγέλη, όπου βρίσκονταν, τον επιλοχία (μπάς τσιαούς) Ρουστέμ βέη και να τους χαιρετάη ξαφνικά με το «Άϊ, κοπέλια! Είντα χαμπάρια;» Ενόμισαν πώς άνοιξε ή γη να τους καταπιή. Άρχισαν να ετοιμάζωνται κιόλας, για να το δίνουν. Έφθασε όμως σε λίγη ώρα ό μητροπολίτης, που τούς καθησύχασε, αφού τους ευλόγησε και εφίλησε. Πέρασαν τη νύχτα όλοι μαζί στο γειτονικό μοναστήρι τής Παναγιάς. Ο Ρουστέμ σηκώνεται ξαφνικά ύστερα απ’ το δείπνο και τραγουδάει το «Σε γνωρίζω απ την κόψι» κ.λπ.
— Τρελλάθηκες, Ρουστέμ; Του φώναξε ό μητροπολίτης. Θα μάς πάρης όλους στο λαιμό σου.
— Μήπως, δεσπότη μου, δεν ξέρω την καταγωγή μου; Είμαι κ’ εγώ Έλληνας, όσο και σεις.
Ο Ρουστέμ βέης, υιός και ανεψιός πασάδων απ’ τα μέρη του Λεσκοβίκι είχε τελειώσει αθηναϊκό γυμνάσιο. Ήταν επί κεφαλής σ’ ένα απόσπασμα από στρατιώτες Λεσκοβικιώτες, που τον είχαν σαν Θεό. Στενός φίλος με τον Βαγγέλη, έγινε στενότερος με τούς Κρητικούς.
Την άλλη μέρα ό Βαγγέλης ήρε τούς παλιούς και νέους, όλους όλους 20, άνδρες του και τράβηξε για το Φλάμπουρο, το Νυμφαίο, την Περικοπή και απ’ εκεί στις κορυφές του Βίτσι. Αλώνισε πολλές μέρες τα βουνά και τα δάση. Μα οι κομιτατζήδες, πού παρίσταναν το θηρίο και δάγκωναν σίδερο, είχαν εξαφανισή. Όχι μόνο δεν τόλμησαν να τον κτυπήσουν, μα εφρόντισαν να χαθούν ολότελα τα ίχνη τους. Περιωρίσθηκαν να τον παρουσιάζουν με τους ανθρώπους των στα τουρκικά αποσπάσματα για συμμορία κομιτατζήδων, για να έχη μπερδέματα μαζί τους. Επισκέπτονταν τότε συχνά οι κομιτατζήδες το Φλάμπουρο (Νεγόβανη) και ιδιαίτερα ό βοεβόδας Τάνε, πού «φιλικά» έδινε στους κατοίκους του να καταλάβουν ότι το συμφέρον τους ήταν να γίνουν Βούλγαροι, έστω και αν δεν ήξεραν βουλγαρικά.
Τώρα ό Βαγγέλης έστησε μαζί με μερικούς Φλαμπουριώτες ενέδρα σε μιά μεγάλη συμμορία κομιτατζήδων, πού θα περνούσε έξω απ’ το Φλάμπουρο. Σκότωσαν τρεις και αιχμαλώτισαν ένα. Θα είχαν ξεκάμει περισσοτέρους, εάν δεν εφοβόνταν στην αρχή μήπως είχαν να κάμουν με τουρκικό στρατό. Λίγο έλειψε να σκοτωθή εκείνη τη νύχτα κατά λάθος και ό Καούδης. Οι Φλαμπουριώτες έκρυψαν το πρωί τα όπλα. Πήρε όλο το βάρος και την τιμή ό Βαγγέλης. Είχε όμως φασαρίες με τούς αξιωματικούς μιάς διλοχίας, πού έδρευε στο Φλάμπουρο. Αγρίεψαν, γιατί δεν τούς ειδοποίησε να πάρουν μέρος και αυτοί στην ενέδρα. Παρ’ ολίγο να πληρώση πολύ ακριβά την νυκτερινή προσπάθειά του και να στραφή εναντίον του στο τέλος ή παγίδα, πού έστησε στους άλλους.
Την ημέρα της 20ης Ιουλίου 1903 (Ήλιντεν) ό Βαγγέλης πήγε έξω από να χωριό κοντά στην Κλεισούρα και έβαλε τούς άνδρες του να φωνάζουν με όλη τη δύναμί τους «Ούρρα... ούρραα». Εβούϊξε όλος ό τόπος. Οι συγκεντρωμένοι κομιτατζήδες, πού είχαν τρυπώσει στη φτέρη και τα χαμόκλαδα, νόμισαν τότε ότι τούς δίδονταν το σύνθημα τού κινήματος. Αφήκαν τα κρησφύγετα και πετάχθηκαν με ζητωκραυγές και «ούρρα» και αυτοί. Ο Βαγγέλης θέρισε περισσότερους από μιά δωδεκάδα.
Όπως γράφει ό Ίων Δραγούμης στο «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», μονάχα αυτός πολέμησε καλά τούς κομιτατζήδες, πού ώρμησαν να καταλάβουν την Κλεισούρα. Δεν αποχώρησε παρά αφού είδε ότι κινδύνευε να κυκλωθή απ’ το μεγάλο πλήθος των και κόντευαν να σωθούν τα φυσέκια του. Ύστερα όμως από λίγες μέρες τούς κυνήγησε με τον Ρουστέμ ίσια με την Βίγλιστα. Την σύγκρουσι τής Κλεισούρας αναγράφει και ή Αγγλική Κυανή Βίβλος τού 1904. Τονίζει μάλιστα ότι ή φρουρά από 200 στρατιώτες της Κλεισούρας το ’βαλε αισχρά, άνανδρα και προδοτικά στα πόδια για τα Καϊλάρια (Πτολεμαΐδα).
Μέσα στον κατακλυσμό τού φανατισμένου απ’ το κίνημα τουρκικού στρατού, πού δεν έκαμνε καμμιά διάκρισι μεταξύ των γκιαούρηδων, πήρε όλα τα μέτρα, ώστε να μη πάθουν τίποτε τα δικά του χωριά, Ασπρόγεια, Λέχοβο, Κλεισούρα, Φλάμπουρο, Σκλήθρο κ.λπ.
Τον χειμώνα οι Κρητικοί έφυγαν στην Αθήνα. Έμεινε ό Βαγγέλης με τα παλιά παλληκάρια του απ’ τ’ Ασπρόγεια και το Λέχοβο.
Η επιτροπή των αξιωματικών είχε στο πρόγραμμά της την άνοιξι τού 1904 να τον επισκεφθή και αυτόν και να ιδή από κοντά την κατάστασι και στην ιδική του περιοχή. Η απότομη ανάκλησις τού Μελά μάς στέρησε και από τα γράμματά του, πού θα ήσαν ό καλύτερος οδηγός μας. Ημπορεί όμως να θεωρηθή βέβαιο ότι πέρασαν απ’ τ’ Ασπρόγεια τα λοιπά μέλη της επιτροπής είτε όλα είτε μόνος ό Κοντούλης. Αναφέρεται μάλιστα ότι απ’ το σπίτι τού Βαγγέλη παρακολούθησε ό Κοντούλης με τα κιάλια κινήσεις ασκήσεις τουρκικού τάγματος, πού γίνονταν λίγα χιλιόμετρα κάτω απ’ τ’ Ασπρόγεια.
Γεμάτος ενθουσιασμό και ελπίδες ό Βαγγέλης ετοιμάσθηκε να βγη στο κλαρί και ν’ αρχίση τον διμέτωπο κατά Βουλγάρων και Τούρκων αγώνα. Πετάχτηκε για τις τελευταίες συνεννοήσεις και στο Μοναστήρι. Με την 5η Μαΐου 1904, εκεί πού γύριζε απ’ το Μοναστήρι και το Αμύνταιο στο χωριό του, έπεσε σ’ ενέδρα κομιτατζήδων. Λέγεται ότι και ό ίδιος ό Μητροβλάχος πήρε μέρος στην ενέδρα. Τόση ήταν ή αυτοπεποίθησις και αφοβία του Βαγγέλη, ώστε δεν δέχθηκε καμμιά συνοδεία ούτε σκέφτηκε καμμιά προφύλαξι. Κομιτατζήδες, κρυμμένοι στη ψηλή βρίζα κοντά στο Πεδινό, τον γκρέμισαν απ’ το άλογό του νεκρό.
Ένα τραγούδι της εποχής εκείνης έλεγε:

«Μη λησμονήτε, βρε παιδιά, τον θάνατο τού Μόδη,
τού Παπαπέτρου τον σφαγμό, το άτιμο το βόλι,
που άφαγε τον Βαγγέλη μας, τ’ ατίμητο παλληκάρι,
τον καπετάν Βαγγέλη μας, τ’ ατρόμητο λιοντάρι.

Ο Μελάς στο γράμμα του απ’ το Στρέμπενο της 16ης Σεπτεμβρίου γράφει «Ήλθε να με επισκεφή και ή χήρα τού Βαγγέλη, ωραιοτάτη νέα, με το κοριτσάκι της μόλις 2 ετών. Είναι απαρηγόρητη, διότι χθες το βράδυ έμαθεν ότι οι κομιτατζήδες εφόνευσαν τον αδελφό της, διδάσκαλον εις την Μηλόβισταν τού Μοναστηρίου. Ήλθεν και ή καϋμένη ή αδελφή τού καπετάν Βαγγέλη. Με συνεκίνησε πολύ ή συγκίνησίς της, όταν μάς είδε... Είδα και τον τάφον τού μακαρίτου Βαγγέλη. Είναι χωρίς σταυρόν. Θα παραγγείλω μαρμάρινον εις το Μοναστήρι».
Όπως λέγει και ό γέρο Καούδης, θα ήταν άλλη ή κατάστασις, αν τα σώματα, το ιδικό του, τού Μελά και τ’ άλλα, είχαν προλάβει τον Βαγγέλη και τον Κώτα, προτού δολοφονηθή ό ένας και φυλακισθή ό άλλος.
Τον θάνατο τού Βαγγέλη αναφέρει και ή Αγγλική Κυανή Βίβλος του 1904. Τον ονομάζει notorious, δηλ. σπουδαίον, σημαντικό. Προσθέτει ό Άγγλος πρόξενος Μοναστηρίου Μάκ Γκρέγκορ ότι τη μοίρα του θ’ ακολουθήση πιθανώτατα και ό Κώτας, ό τελευταίος με λίγους άνδρες υπερασπιστής των ελληνικών δικαίων. Υπήρξε ειδικός πολλές φορές για μάς ό Μάκ Γκρέγκορ. Αλλά στο σημείο αυτό υπήρξε προφητικός. Δεν πέρασαν πολλές εβδομάδες και ό Κώτας ρίχτηκε σιδηροδέσμιος στις τουρκικές φυλακές, για να οδηγηθή και στην κρεμάλα.
Ο Ντραγκάνωφ αναφέρει ως απόδειξι της χρεωκοπίας των «μεταρρυθμίσεων» και της κακοδικίας των δικαστηρίων την καταδίκη απ’ το έκτακτο δικαστήριο Μοναστηρίου την 13ην Ιουλίου 1905 δύο οργάνων τού κομιτάτου, που είχαν πάρει μέρος στην δολοφονία τού Βαγγέλη, στην υπεραυστηρή και δρακόντεια γι’ αυτόν ποινή των 10 χρόνων φυλακής, ίσως γιατί τον χαρακτηρίζει «περίφημο κατάσκοπο» (Famcu espion). Μία αμνηστία απ’ τις συνειθισμένες μπορούσε, εννοείται, να περιορίση ουσιαστικά την «βαρειά» ποινή στο ένα δέκατο αυτής.


Πηγή: Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, Γ. Χ. Μόδης, εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com

 



Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του.
Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.
Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.
Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.
Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.
Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.
Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).
Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας.
Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.
Σήμερα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες ψάλλεται η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Ας δούμε, όμως, ποια είναι η ερμηνεία του:
ΚΟΝΤΑΚΙΟ (προοίμιο)
Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια, αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε, αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον ίνα κράζω σοι, Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Σ’ Εσένα Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, μ’ ευγνωμοσύνη η Πόλη σου αποδίδει τη νίκη. Και σου αναπέμπει θερμές ευχαριστίες, επειδή (με τη δική σου επέμβαση) λυτρωθήκαμε απ’ τις συμφορές.
Εσύ όμως που η δύναμή σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε κι εμένα (την Πόλη σου) από κάθε είδους κινδύνους, για να σου αναφωνώ: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Α’ ΣΤΑΣΗ
Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκε το χαίρε. (3) και συν τη ασωμάτω φωνή, σωματούμενον σε θεωρών Κύριε, εξίστατο και ίστατο, κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα.
Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ πήγε στην παρθένο Μαρία για να της αναγγείλει ότι θα γινόταν Μητέρα του Χριστού, είδε ότι ενώ ακουόταν η ασώματη φωνή του, ο Υιός του Θεού έπαιρνε σώμα μέσα στα άσπιλα σπλάχνα της Παναγίας. Τότε θαύμασε λοιπόν, το άυλο και ουράνιο αυτό πνεύμα και άρχισε να απευθύνει στην θεοτόκο τα παρακάτω “χαίρε”.
Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει. Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει.
Μες από την Παναγία θα έβγαινε η λάμψη της χαράς, δηλαδή ο Λυτρωτής. Και πάλι μες από την Παναγία θα δινόταν στους ανθρώπους η απαλλαγή από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος.
Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις. Χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, γιατί με σένα ξαναφωνάζει κοντά του τον πεσμένο Αδάμ ο θεός και λυτρώνει την Εύα από τα δάκρυά της.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς. Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς.
Οι ανθρώπινοι λογισμοί δεν μπορούν να φτάσουν εύκολα στο ύψος της αξίας που σου έδωσε η Χάρις του Θεού. Και τα μάτια των αγγέλων δεν μπορούν να βυθοσκοπήσουν το μυστήριο που επάξια εκπροσωπείς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα. Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα.
Μαρία κρατάς στα γόνατά σου ως επίγειος θρόνος τον Κύριον του παντός.Βαστάζεις Εκείνον που όλα τα ορατά και αόρατα βαστάζει.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον. Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Είσαι ο αυγερινός, που λάμπεις πριν ανατείλει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης,ο Χριστός. Είσαι η γυναίκα που από σένα και με την θέλησή σου πήρε σάρκα ο Υιός του Θεού.
Χαίρε, δι’ ης νεουργείται η κτίσις. Χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης.
Είσαι εκείνη με την οποίαν ανανεώνεται η κτίση και από την οποία προήλθε ως βρέφος ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως. Το παράδοξον σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται. Ασπόρου γαρ συλλήψεως, την κύησιν πως λέγεις κράζων.
Βλέποντας η Παναγία ότι ήταν παρθένος απόρησε πως θα ήταν δυνατό να γεννήσει παιδί.Σάστισε στα λόγια του Αρχαγγέλου και ταράχτηκε.Της φάνηκαν παράδοξα και δεν μπορούσε να τα εννοήσει.Και με το θάρρος της αγνότητας τον ρώτησε πως θα γινόταν αυτό αφού ήταν παρθένος.
Αλληλούια.
Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα, εβόησε προς τον λειτουργούντα. Εκ λαγόνων αγνών, Υιόν πως εστί τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι. προς ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω.
Αυτό που ζητούσε να μάθει η Παναγία ήταν γνώση που ξεπερνούσε την δύναμη του ανθρώπινου λογικού.Ήταν θείο μυστήριο. Ερωτά όμως τον άυλο λειτουργό του Υψίστου τον Αρχάγγελο και τον παρακαλεί να της πει πώς θα συμβεί να γεννήσει παιδί από παρθενικά σπλάχνα. Και ο Γαβριήλ, έμφοβος ενώπιον εκείνης που θα έδινε στον κόσμο τον Σωτήρα, της λέγει με λειτουργική φωνή:
Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις. Χαίρε, σιγής δεομένων πίστις.
Χαίρε συ που ο Κύριος σε αξιώνει να μάθεις τη μυστική Του απόφαση και θέληση. Χαίρε που τα ανέκφραστα πληροφορείσαι με την πίστη.
Χαίρε, των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον. Χαίρε, των δογμάτων αυτού το καφάλαιον.
Η Παναγία είναι το πρώτο και μεγαλύτερο από τα θαύματα της ενσάρκου οικονομίας. Είναι ακόμα η βάση και το αποκορύφωμα των δογμάτων της πίστεώς μας στον Χριστό.
Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβη ο Θεός. Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν.
Σκάλα που κατέβηκε ο θεός, για να έλθει από τον ουρανό στη γη, είναι η Παναγία. Και συγχρόνως και γέφυρα, που μας ενώνει και ανεβάζει από τη γη στον ουρανό.
Χαίρε, το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα. Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα.
Εσένα Μαρία θαυμάζουv οι άγγελοι κι ο ένας στον άλλον μεταδίδει τα σχετικά με σε. Και συ είσαι που τραυμάτισες τους χαιρέκακους δαίμονες τον κατάλληλο καιρό.
Χαίρε, το φως αρρήτως γεννήσασα. Χαίρε, το πως μηδένα διδάξασα.
Γέννησες το Φως του κόσμου με τρόπο ανείπωτο και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το πως.
Χαίρε, σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν. Χαίρε, πιστών καταυγάζουσα φρένας.
Είσαι κάτι που οι σοφοί δεν μπορούν να εννοήσουv.Είσαι η αυγή, που λάμπει στο νου τωv πιστών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε, προς σύλληψιν τη απειρογάμω. Και την εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι, τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρία, εν τω ψάλλειν ούτως.
Η δύναμη του Υψίστου έπεσε κατά τον Ευαγγελισμό πάνω στη Μαρία και την ήσκιωσε. Και η εύκαρπη κοιλία της έγινε για μας γλυκό χωράφι, απ’ όπου θερίσαμε τη σωτηρία, ψάλλοντας όλοι μαζί.
Αλληλούια.
‘Εχουσα θεοδόχον, η Παρθένος την μήτραν, ανάδραμε προς την Ελισάβετ, το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τον ταύτης ασπασμόν, έχαιρε και άλμασιν, εβόα προς την Θεοτόκον.
Μετά τον Ευαγγελισμό η Παναγία πήγε να επισκεφθεί την Ελισάβετ τη συγγενή της, που ήταν ήδη έγκυος στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και μόλις η Μαρία, που είχε συλλάβει το Χριστό, πλησίασε την Ελισάβετ, το βρέφος που ήταν στην κοιλία της Ελισάβετ κατάλαβε ότι ήταν η Μητέρα του Κυρίου και σκίρτησε. Και με τα σκιρτήματα αυτά η μητέρα του Ιωάννη την χαιρέτησε ως εξής:
Χαίρε, βλαστού αμαράντου κλήμα. Χαίρε, καρπού ακηράτου κτήμα.
Χαίρε κλήμα από την αμάραντη ρίζα του οίκου Δαυίδ. Χαίρε συ που τον άφθαρτο καρπό κατέχεις,δηλαδή τον Ιησού.
Χαίρε, γεωργόν γεωργούσα φιλάνθρωπον. Χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα.
Συ είσαι ο αγρός όπου βλάστησε ο φιλάνθρωπος γεωργός, δηλαδή ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Συ είσαι το χώμα όπου φύεται ο Φυτευτής της ζωής μας.
Χαίρε, άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οικτιρμών. Χαίρε, τράπεζα βαστάνουσα ευθηνίαν ιλασμών.
Χαίρε γη, που βλαστάνεις με ευφορία τους Θείους οικτιρμούς και τράπεζα που έχεις πάνω σου τη δωρεά τωv θείων ιλασμών.
Χαίρε, ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις. Χαίρε, ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις.
Χλοερό λιβάδι για να εντρυφούμε έγινες κι ετοιμάζεις λιμάνι απάνεμο όπου θα καταφεύγουν οι ψυχές.
Χαίρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα. Χαίρε, παντός του κόσμου εξίλασμα.
Οι δεήσεις σου στον Κύριο για μας είναι ως θυμίαμα ενώπιόν Του ευπρόσδεκτο. Και συ εξιλεώνεις όλον τον κόσμο.
Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευδοκία. Χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία.
Η καλοσύνη του θεού σε μας αποδείχθηκε με σένα.Και συ μας δίνεις θάρρος να απευθυνόμαστε σε Εκείνον.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, προς την άγαμόν σε θεωρών, και κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε. Μαθών δε σου την σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη.
Ο δίκαιος Ιωσήφ έπεσε σε ταραχή και η σκέψη του κρυφά τον παίδευε και τον ζάλιζε,βλέποντας σε άγαμη και υποπτευόμενος ότι είχες γίνει έγκυος από άλλον άνδρα.Αλλά όταν έμαθε ότι το παιδί που είχες στο σπλάχνο σου ήταν από πνεύμα Άγιο αναφώνησε.
Αλληλούια
Β’ ΣΤΑΣΗ
‘Ηκουσαν οι ποιμένες των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν. Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον.
‘Οταν οι ποιμένες άκουσαν τούς αγγέλους να υμνούν την παρουσία του Χριστού ανάμεσα στους ανθρώπου ως ανθρώπου έτρεξαν στο σπήλαιο να τον δουν.Περίμεναν να δουν ποιμένα και απεναντίας τον είδαν σαν άμωμο αρνί που είχε βοσκήσει και θραφεί μέσα στην κοιλιά της Μαρίας.Και τότε έκθαμποι της είπαν
Χαίρε, Αμνού και Ποιμένος μήτηρ. Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων.
Η Παναγία είναι μητέρα του ποιμένος όλων των ανθρώπων και του αμνού του θεού. Είναι ακόμα η μάνδρα των λογικών προβάτων, εκείνη δηλαδή που κλείνει στην αγκαλιά της όλους τους πιστούς.
Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον. Χαίρε, παραδείσου θυρών ανοικτήριον.
Ασπίδα μας εναντίον των αοράτων εχθρών και εναντίων των δαιμόνων είσαι Παναγία μας.Και κλειδί που μας άνοιξες πάλι τις πόρτες του παραδείσου.
Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη. Χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς.
Χάρη σε σένα ευφραίνονται μαζί ουρανός και γη, κι όλα τα κτίσματα ενωμένα δοξάζουν τον Κύριο.
Χαίρε, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα. Χαίρε, των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος.
Οι απόστολοι σε είχαν για ασίγητο στόμα τους, και από σένα έπαιρναν το υπερφυσικό τους θάρρος και δύναμη οι μάρτυρες.
Χαίρε, στερρόν της πίστεως έρεισμα. Χαίρε, λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα.
Χαίρε στήριγμα ασάλευτο της πίστεως. Χαίρε λαμπρό αποτέλεσμα της Θείας χάριτος.
Χαίρε, δι’ ης εγυμνώθη ο άδης. Χαίρε, δι’ ης ενεδύθημεν δόξαν.
Εξ’αιτίας σου γυμνώθηκε από την δυναμή του ο θάνατος κι εμείς φορέσαμε τη δόξα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Θεοδρόμον αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη. Και ως λύχνον κρατούντες αυτόν, δι’ αυτού ηρεύνων κραταιόν άνακτα. Και φθάσαντες τον άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες.
Αλληλούια.
Οι μάγοι είδαν τον αστέρα, που είχε ανάψει ο Θεός στον ουρανό και τον ακολούθησαν. Το άστρο αυτό ήταν σαν λυχνάρι, που κρατώντας το στα χέρια, έψαχναν στο φως του για τον βασιλέα του παντός. Έφθασαν έτσι μπροστά στον άφθαστο εις δόξαν και χάρηκαν και του φώναξαν Αλληλουία.
‘Ιδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους. Και δεσπότην νοούντες αυτόν, ει και δούλου έλαβε μορφήν, έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι, και βοήσαι τη ευλογημένη.
Οι μάγοι, που είχαν έλθει από τη μακρινή Χαλδαία, είδαν στα χέρια της Παρθένου αυτόν που τα χέρια Του έπλασαν τους ανθρώπους. Τον είδαν Κύριο του παντός, παρ’ όλο ότι είχε πάρει μορφή δούλου, μορφή ανθρώπινη, κι έσπευσαν να του προσφέρουν τα δώρα τους σαν σε Βασιλέα και να φωνάξουν στην ευλογημένη μητέρα Του τα εξής.
Χαίρε, αστέρος αδύτου μήτηρ. Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας.
Χαίρε, συ που γέννησες τον αστέρα που δεν δύει ποτέ. Χαίρε, αυγή μιας καινούργιας ημέρας με φως μυστικό, θείο, πνευματικό.
Χαίρε, της απάτης την κάμινον σβέσασα. Χαίρε, της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα.
Έσβησες Κόρη του Θεού την κολασμένη φωτιά της αμαρτωλής γνώσεως, και φωτίζεις τους μύστες της Αγίας Τριάδος.
Χαίρε, τύραννον απάνθρωπον εκβάλουσα της αρχής. Χαίρε, Κύριον φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν.
Γκρέμισες ακόμα από τον θρόνο του τον τύραννο διάβολο, και μας φανέρωσες τον φιλάνθρωπο Κύριο.
Χαίρε, η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας. Χαίρε, η του βορβόρου ρυομένη των έργων.
Μας λυτρώνεις από τη θρησκεία των ειδώλων, μας σώζεις από τη λάσπη των κακών έργων.
Χαίρε, πυρός προσκύνησιν παύσασα. Χαίρε, φλογός παθών απαλλάττουσα.
Έβαλες τέλος στην προσκύνηση του πυρός, που λάτρευαν οι αρχαίοι λαοί και μας απάλλαξες από την φλόγα των παθών.
Χαίρε, πιστών οδηγέ σωφροσύνης. Χαίρε, πασών γενεών ευφροσύνη.
Είσαι οδηγός σωφροσύνης για τους πιστούς. Είσαι η ευφροσύνη όλων των γεννεών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι, υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα, εκτελέσαντές σου τον χρησμόν, και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν, αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη, μη ειδότα ψάλλειν Αλληλούια.
Έγιναν οι μάγοι κήρυκες θεοφόροι και γύρισαν στη Βαβυλώνα, αφού συμμορφώθηκαν με το πρόσταγμα του Αγγέλου να μην περάσουν από τα Ιεροσόλυμα όπου τους περίμενε ο Ηρώδης για να μάθει από το στόμα τους που είχε γεννηθεί, ο Χριστός. Γύρισαν στην πατρίδα τους και κήρυξαν σε όλους τον Χριστό, αφήνοντας στα παραμιλητά του τον Ηρώδη, που δεν ήξερε να ψάλλει Αλληλουία.
Λάμψας εν τη Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας, εδίωξας του ψεύδους το σκότος. Τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μη ενέγκαντά σου την ισχύν πέπτωκεν, οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων προς την Θεοτόκον.
Όταν ο Ιωσήφ και η Παναγία πήραν τον Χριστό κι έφυγαν στην Αίγυπτο για να γλυτώσουν το Θείο Βρέφος από τη μανία του Ηρώδη, έλαμψε σ’ εκείνη τη χώρα το φως της αληθείας. Και τα είδωλά της, μην αντέχοντας την παρουσία του Σωτήρος, γκρεμνίσθηκαν μόνα τους. Κι όσοι σώθηκαν απ’ αυτά, φώναξαν στην Θεοτόκο:
Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων. Χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων.
Χαίρε συ που είσαι η ανόρθωση και η σωτηρία των ανθρώπων. Χαίρε συ που είσαι το γκρέμισμα των δαιμόνων.
Χαίρε, της απάτης την πλάνην πατήσασα. Χαίρε, των ειδώλων τον δόλον ελέγξασα.
Πάτησες και συνέτριψες την πλάνη και την απάτη. Απέδειξες τη δολερότητα των ειδώλων.
Χαίρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν. Χαίρε, πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας την ζωήν.
Όπως η ερυθρά θάλασσα, κατά την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο, σκέπασε με τα κύματά της τον Φαραώ, που τους κατεδίωκε, έτσι και συ κατεπόντισες σαν άλλη θάλασσα τον νοητό Φαραώ, δηλαδή τον διάβολο και τα στρατεύματά του. Κι όπως ο βράχος στην έρημο, που τον χτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του, ανάβρυσε νερό, έτσι κι εσύ σαν άλλους Ισραηλίτες ξεδιψάς όσους διψούν την αληθινή ζωή, μέσα στην πνευματική έρημο του κόσμου.
Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει. Χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Όπως η πύρινη στήλη οδηγούσε τη νύχτα τους Εβραίους στην έρημο, έτσι κι εσύ μας οδηγείς μέσα στα πνευματικά σκοτάδια. Κι όπως η φωτεινή νεφέλη τους σκέπαζε την ημέρα, έτσι κι εσύ σκεπάζεις τον κόσμο, πλατύτερη από νεφέλη.
Χαίρε, τροφή του μάννα διάδοχε. Χαίρε, τρυφής αγίας διάκονε.
Είσαι η τροφή που διαδέχθηκε το μάννα και η διάκονος των αγίων απολαύσεων.
Χαίρε, η γη της επαγγελίας. Χαίρε, εξ ης ρέει μέλι και γάλα.
Όπως η γη της επαγγελίας ήταν το ωραίο τέρμα της πορείας του Ισραήλ έτσι είσαι και συ για μας η γη που μας υποσχέθηκε ο θεός από την οποία ρέει η χαρά και η ειρήνη.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Μέλλοντος Συμεώνος, του παρόντος αιώνος, μεθίστασθαι του απατεώνος, επεδόθης ως βρέφος αυτώ, αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος. Διόπερ εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν κράζων Αλληλούια.
Όταν επρόκειτο ο βαθύγερος Συμεών να φύγει από αυτόν τον απατηλό κόσμο αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Θεό ως βρέφος.Και γεμάτος έκπληξη για την ανείπωτη σοφία του θεού αναφώνησε Αλληλούια.
Γ’ ΣΤΑΣΗ
Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστης, ημίν τοις υπ’ αυτού γενομένοις εξ ασπόρου βλαστήσας γαστρός, και φυλάξας ταύτην ώσπερ ην άφθορον, ίνα το θαύμα βλέπομεν, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες.
Ο Χριστός ανέπλασε τον κόσμο μας έδειξε καινούργια κτίση,ο Ίδιος βλάστησε από κοιλία χωρίς σπόρο και διαφύλαξε αυτήν άφθορη και μετά την γεννησή Του.Και βλέπουμε εμείς αυτό το θαύμα,υμνούμε την μητέρα Του φωναζοντάς της.
Χαίρε, το άνθος της αφθαρσίας
χαίρε, το στέφος της εγκρατείας.
Χαίρε παναγία πού’σαι το άνθος που δεν το άγγιξε η φθορά.Χαίρε που είσαι εκείνη που βραβεύθηκες για την αγνότητα και την εγκράτεια.
Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
χαίρε, των Αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα.
Χαίρε που είσαι η λαμπρή προεικόνιση της Θείας Αναστάσεως.διότι όπως βγήκε από σένα στον κόσμο ο Λυτρωτής χωρίς να πάθει τίποτε η παρθενία σου,έτσι βγήκε και από τον τάφο φυλάξας τα σήμαντρα σώα.Χαίρε ακόμη διότι φανερώνεις στη ζωή σου την ζωή των αύλων Αγγέλων.
Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον, εξ ου τρέφονται πιστοί
χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ, ου σκέπτονται πολλοί.
Χαίρε που είσαι δέντρο με καρπό τον Χριστό από τον οποίον τρέφονται οι πιστοί μεταλαμβάνοντας την γλυκύτητά του.Και δέντρο ακόμα με πλατύ φύλλωμα παντοδυνάμου προστασίας που δίνει ίσκιο και σκεπάζει πολλούς.
Χαίρε, κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις
χαίρε, απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις.
Χαίρε που κυοφόρησες και γέννησες τον Ιησού που μας οδηγεί από την πλάνη στην αλήθεια και μας ελευθερώνει από τα πάθη που μας είχαν αιχμαλωτίσει.
Χαίρε, Κριτού δικαίου δυσώπησις
χαίρε, πολλών πταιόντων συγχώρησις.
Είσαι εκείνη που κάνεις τον δίκαιο Κριτή, τον Υιό σου, να μας συγχωρεί και να ξεχνά τις αμαρτίες μας.
Χαίρε, στολή των γυμνών παρρησίας
χαίρε, στοργή πάντα πόθον νικώσα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Είμαστε γυμνοί από κάθε δικαιολογία κι ελευθεροστομία δεν έχουμε απέναντι του θείου Υιού σου.Αλλά οι μεσιτείες σου που μας ντύνουν με το δικαίωμα να Του μιλάμε,δικαίωμα που δεν το αξίζουμε και το αποκτάμε χάρη σ’ εσένα. Είσαι ακόμα η στοργική εκείνη αγάπη,που κανένα άλλο αίσθημα δεν μπορεί να την ξεπεράσει.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Ξένον τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες΄ δια τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος, βουλόμενος ελκύσαι προς το ύψος, τους αυτώ βοώντας
Αλληλούια
Αφού είδαμε τόσο παράξενη γέννηση,ας αποξενωθούμε από τον κόσμο μεταθέτοντας το νου μας στον ουρανό.Γι’αυτό και ο απρόσιτος θεός έγινε άνθρωπος θέλοντας να μας τραβήξει στα ύψη ενώ θα του φωνάζαμε όλοι αλληλούια.
‘Ολον ην εν τοις κάτω, και των άνω ουδόλως, απήν ο απερίγραπτος Λόγος συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε, και τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου, ακουούσης ταύτα.
Ο Υιός και λόγος του θεού ήταν ολόκληρος πάνω στη γη και συγχρόνως δεν απουσίαζε από τον ουρανό.Διότι επρόκειτο για συγκατάβαση θεϊκή,και όχι για τοπικό περιορισμό της θεότητας.κι η παρθένος Μαρία δέχθηκε μέσα της τον θεό και Τον γέννησε, ακούοντας από εμάς τα εξής.
Χαίρε, Θεού αχωρήτου χώρα
χαίρε, σεπτού μυστηρίου θύρα.
Χαίρε Μαρία γιατί είσαι ο τόπος που χώρεσε τον αχώρητο θεό.Είσαι η θύρα από την οποία οι λογισμοί μας περνούν για να εισέλθουν στο σεπτό μυστήριο της θείας σαρκώσεως.
Χαίρε, των απίστων αμφίβολον άκουσμα
χαίρε των πιστών αναμφίβολον καύχημα.
Οι άπιστοι σε ακούνε και πέφτουν σε αμφιβολίες αλλά για μας είσαι το καύχημα και η βεβαιότης μας.
Χαίρε, όχημα πανάγιον του επί των Χερουβείμ
χαίρε, οίκημα πανάριστον του επί των Σεραφείμ.
Χαίρε γιατί είσαι ο θρόνος και το πύρινο άρμα όπου στέκεται Εκείνος ο οποίος στέκεται πάνω στα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ
Χαίρε, η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα
χαίρε, δι’ η παρθενίαν και λοχείαν ζευγνούσα.
Χαίρε γιατί ένωσες δυο αντίθετα πράγματα.Έκαμες ζευγάρι αξεχώρητο, την παρθενία και την μητρότητα.
Χαίρε, δι ης ελύθη παράβασις.
Χαίρε, δι ην ηνοίχθη παράδεισος.
Χαίρε διότι με σένα λύθηκε η ενοχή της Εύας και ανοίχθησαν πάλι οι πόρτες του παραδείσου.
Χαίρε, η κλείς της Χριστού βασιλείας
χαίρε, ελπίς αγαθών αιωνίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε γιατί είσαι το κλειδί που ανοίγει για μας τη βασιλεία του Χριστού.Είσαι η ελπίδα των αιωνίων αγαθών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Πάσα φύσιν Αγγέλων, κατεπλάγη το μέγα, της σης ενανθρωπήσεως έργον΄ τον απρόσιτον γαρ ως Θεόν, εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον, ημίν μεν συνδιάγοντα, ακούοντα δε παρά πάντων ούτως
Αλληλούια.
Όλες οι τάξεις των αγγέλων έπεσαν σε μεγάλη έκπληξη μπροστά στο μεγάλο έργο της θείας ενανθρωπήσεως.Διότι έβλεπαν τον θεό που είναι απρόσιτος να γίνεται άνθρωπος και έτσι να είναι προσιτός σε όλους και να μας συναναστρέφεται,ενώ απ’όλους να ακούει Αλληλούια.
Ρήτορας πολυφθόγγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε απορούσι γαρ λέγειν το πως, και παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν.
Ρήτορες που έχουν χειμαρρώδη γλώσσα τους βλέπουμε μπροστά σου πιο αφώνους και από ψάρια.Διότι τα χάνουνκαι δεν ξέρουν πώς να εξηγήσουν το ότι και γέννησες και μένεις παρθένος.Κι εμείς θαυμάζονταςτο μυστήριο φωνάζουμε με πίστη.
Χαίρε, σοφίας Θεού δοχείον
χαίρε, προνοίας αυτού ταμείον.
Χαίρε γιατί είσαι εκείνη πάνω στην οποία λάμπει όλη η σοφία του θεού.Εκείνη στην οποίαν θησαυρίσθησαν όλα τα θαύματα της θείας προνοίας.
Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα
χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.
Τους απίστους φιλοσόφους τους αποδεικνύεις ασόφους.και τους τεχνίτες του λόγου,που επίσης δεν πιστεύουν,τους φανερώνεις άμυαλους.
Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί
χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί.
Χαίρε που μπροστά σου φαίνονται μωροί οι ικανότατοι συζητητές της φιλοσοφίας.Και μπροστά στην αλήθειά σου μαράθηκαν και ξεχάστηκαν οι μυθογράφοι ποιητές της αρχαιότητας.
Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα
χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι που είχαν μεγάλη επίδοση στο να υφαίνουν δίχτυα του λόγου,όπου πιάνονταν οι άνθρωποιτα είδανε από σένα να σχίζονται και να σπάζουν.Διότι συ είσαι η μητέρα της μόνης Αληθείας,δηλαδή του Χριστού.Και αντιθέτως συ είσαι που γεμίζεις με ψυχές νεοφωτίστων τα δίχτυα των αποστόλων.
Χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα
χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα.
Χαίρε γιατί τραβάς και ανασύρεις από τον βυθό της αγνοίας τις ψυχές.Και φωτίζεις ακόμα πολλούς στην αληθινή σοφία και γνώση.
Χαίρε, ολκάς των θελόντων σωθήναι
χαίρε, λιμήν των του βίου πλωτήρων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε που είσαι το πλοίο όπου ανεβαίνουν όσοι θέλουν να σωθούν.Είσαι το λιμάνι όπου καταφεύγουν όσοι θαλασσομαχούν στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων.
Σώσαι θέλων τον κόσμον, ο των όλων κοσμήτωρ, προς τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε και ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι’ ημάς εφάνη καθ’ ημάς άνθρωπος ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει.
Αλληλούια.
Θέλοντας να σώσει τον κόσμο Εκείνος που έφτιαξε κι εστόλισε όλα αυτά που βλέπουμε στον κόσμο, ήλθε μέσα στον κόσμο με τη θέλησή Του.Και ενώ ήταν ο ποιμένας μας και ο θεός μας παρουσιάστηκε για χάρη μας ανάμεσά μας ως άνθρωπος.Για να καλέσει όμοιος τον όμοιο,ακούοντας ως θεός Αλληλούια.
Δ’ Στάση
Τείχος ει των παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, και πάντων των εις σε προστρεχόντων. Ο γαρ του ουρανού και της γης, κατεσκεύασέ σε ποιητής ‘Αχραντε, οικήσας εν τη μήτρα σου, και πάντας σοι προσφωνείν διδάξας.
Είσαι το τείχος των παρθένων,Παρθένε Θεοτόκε καθώς και όλων εκείνων που προστρέχουν σε σένα.Είσαι το τείχος που το κατεσκεύασε ο κτίστης του ουρανού και της γης, ο Kύριος, που κατοίκησε στη μήτρα σου κι όλους μας δίδαξε να σου απευθύνουμε αυτά τα λόγια.
Χαίρε, η στήλη της παρθενίας. Χαίρε, η πύλη της σωτηρίας.
Χαίρε Μαρία που είσαι η φωτεινή και ακλόνητη στήλη της παρθενίας και συγχρόνως η θύρα, από την οποία πέρασε σε εμάς ο Σωτήρας κι εμείς περνούμε στη σωτηρία.
Χαίρε, αρχηγέ νοητής αναπλάσεως. Χαίρε, χορηγέ θεϊκής αγαθότητος.
Χαίρε Παναγία που είσαι το πρώτο πλάσμα του αναδημιουργημένου από τον Χριστό πλάσμα .Χαίρε επίσης που μας χορηγείς τους θησαυρούς της θείας αγαθότητος.
Χαίρε, συ γαρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς. Χαίρε, συ γαρ ενουθέτησας τους συληθέντας τον νουν.
Χαίρε Συ που αναγεννησες τους βαρυμένους από το προπατορικό αμάρτημα και καθάρισες εκείνους που είχαν μολυσμένο το νου από τις εμπνεύσεις του διαβόλου.
Χαίρε, η τον φθορέα των φρενών καταργούσα. Χαίρε, η τον σπορέα της αγνοίας τεκούσα.
Χαίρε γιατί έβαλες τέλος στη δύναμη του διαβόλου, που φθείρει τη σκέψη μας.Χαίρε που γέννησες Eκείνον που μας χάρισε την αγνότητα.
Χαίρε, παστάς ασπόρου νυμφεύσεως. Χαίρε, πιστούς Κυρίω αρμόζουσα.
Χαίρε που είσαι ο τόπος όπου αγνά ο Kύριος νυμφεύθηκε την ανθρωπότητα και με σένα στεκόμαστε στο πλευρό Tου ως νύμφη Tου.
Χαίρε, καλή κουροτρόφε παρθένων. Χαίρε ψυχών νυμφοστόλε αγίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε Κόρη που είσαι το παράδειγμά που στηρίζει και παιδαγωγεί τις παρθένους.Χαίρε που είσαι η νυμφική στολή των αγίων ψυχών,που σε μιμούνται.
Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τω πλήθει των πολλών οικτοιρμών σου, ισαρίθμους γαρ τη ψάμμω ωδάς, αν προσφέρωμέν σοι Βασιλεύ άγιε, ουδέν τελούμεν άξιον, ων δέδωκας ημίν, τοις σοι βοώσιν.
Αλληλούια.
Kάθε ύμνος μας μένει πίσω λαχανιασμένος, προσπαθώντας να απλωθεί τρέχοντας ανάλογα με το πλήθος των πολλών οικτιρμών του Xριστού.Aκόμα κι αν οι ωδές που θα του προσφέρουμε είναι ίσες με την άμμο της θαλάσσης, τίποτε άξιο δεν κάνουμε απέναντι στον Bασιλέα και Θεό μας, διότι πολύ περισσότερες είναι οι ευεργεσίες του σε μας, που του φωνάζουμε Aλληλούια.
Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότει φανείσαν, ορώμεν την αγίαν Παρθένον. Το γαρ άϋλον άπτουσα φώς, οδηγεί προς γνώσιν θεϊκήν άπαντας, αυγή τον νουν φωτίζουσα, κραυγή δε τιμωμένη ταύτα.
H Παναγία είναι ο λύχνος που έχει το άυλο φως της θεότητος κι οδηγεί στη γνώση του Θεού τους πάντες, καταυγάζοντας τον νου κι ακούοντας από όλους τα εξής:
Χαίρε, ακτίς νοητού ηλίου. Χαίρε, βολίς του αδύτου φέγγους.
Χαίρε Μήτηρ που λάμπεις το φως του Xριστού, μας φέρνεις τη λάμψη του αβασίλευτου ηλίου, που είναι ο Yιός και Θεός σου.
Χαίρε, αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα. Χαίρε, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα.
Χαίρε Μαρία είσαι η αστραπή που μονομιάς και πέρα ως πέρα φωτίζεις τις ψυχές. Είσαι ακόμη η βροντή που καταπλήσσεις τους εχθρούς της πίστεώς μας.
Χαίρε, ότι τον πολύφωτον αναβλύζεις φωτισμόν. Χαίρε, ότι τον πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε γιατί από σένα ανέτειλε ο Xριστός που είναι το μέγα φως και ο πλούσιος ποταμός που αναβρύζει από σένα.
Χαίρε, της κολυμβήθρας ζωγραφούσα τον τύπον. Χαίρε, της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον.
Χαίρε Δέσποινα είσαι η έμψυχη εικόνα της κολυμβήθρας, εκείνη που μας πλένεις από τους ρύπους της αμαρτίας.
Χαίρε, λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν. Χαίρε, κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν.
Χαίρε που είσαι τό λουτρό, πού ξεπλένει τη συνείδηση. Eίσαι ο κρουνός που που κερνάς την ευφροσύνη και την αγαλλίαση.
Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας. Χαίρε, ζωή μυστικής ευωχίας.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Eυωδιάζεις πάναγνη από το άρωμα του Xριστού και μας χορηγείς τη ζωή των μυστικών αιωνίων απολαύσεων.
Χάριν δούναι θελήσας, οφλημάτων αρχαίων, ο πάντων, χρεωλύτης ανθρώπων, επεδήμησε δι’ εαυτού, προς τους αποδήμους της αυτού χάριτος. Και σχίσας το χειρόγραφον, ακούει παρά πάντων ούτως.
Αλληλούια.
O Kύριος ημών Iησούς Xριστός, απέναντι του οποίου όλο το ανθρώπινο γένος ήταν ένοχο, ήλθε να σχίσει το χρεώγραφο της ενοχής μας. Eίχαμε απομακρυνθεί από την χάρη Tου και ήλθε να μας βρει. Kαι τώρα ακούει από όλους Aλληλούια.
Ψάλλοντες σου τον τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες, ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε. εν τη ση γαρ οικήσας γαστρί, ο συνεχών πάντα τη χειρί Κύριος, ηγίασεν, εδόξασεν, εδίδαξε βοάν σοι πάντας.
Ψάλλοντας τη θεϊκή γέννηση σε ανυμνούμε Θεοτόκε ως έμψυχο ναό του Θεού. Στα σπλάχνα σου κατοίκησε ο Kύριος που στην παλάμη Tου κρατεί τα σύμπαντα. Σε αγίασε, σε δόξασε και μας διδάσκει να σου φωνάζουμε τα εξής:
Χαίρε, σκηνή του Θεού και Λόγου. Χαίρε, αγία αγίων μείζων.
Χαίρε Μαρία είσαι η σκηνή που κατοίκησε ο Yιός και Λόγος του Θεού. Eίσαι ανώτερη από τα άγια των αγίων.
Χαίρε, κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι. Χαίρε, θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε.
Eίσαι η Kιβωτός της Kαινής Διαθήκης, που τη χρύσωσε το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Eίσαι ο θησαυρός ο ανεξάντλητος της ζωής.
Χαίρε, τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών. Χαίρε, καύχημε σεβάσμιον ιερέων ευλαβών.
Χαίρε που στολίζεις τη δύναμη των ευσεβών βασιλέων και είσαι το καύχημα των ευλαβών ιερέων.
Χαίρε, της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος. Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος.
Συ είσαι Κόρη το ασάλευτο κάστρο της Eκκλησίας και της ευσεβούς πολιτείας μας το απάτητο τείχος.
Χαίρε, δι’ ής εγείρονται τρόπαια. Χαίρε, δι’ ής εχθροί καταπίπτουσι.
Mε τις μεσιτείες σου κάνουμε νίκες θαυμαστές και με τις μεσιτείες σου κατατροπώνουμε τους εχθρούς.
Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία. Χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε αγνή Μαρία είσαι η γιατριά του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου.
Ω πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον (εκ γ’) δεξαμένη την νυν προσφορών, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τους συμβοώντας.
Αλληλούια.
Ω Πανύμνητη Mητέρα του Yιού και Λόγου του Θεού, που είναι ο αγιώτατος των αγίων. Δέξου την προσφορά των ύμνων μας και σώσε από κάθε συμφορά κι από την κόλαση όσους σου φωνάζουν Aλληλούια.
Πηγή:dogma

*******************************

Σμύρνη 1922: Η άγνωστη επιχείρηση διάσωσης Ελλήνων - Οι εγγονοί δυο πρωταγωνιστών μιλούν

Image
Μια άγνωστη στους περισσότερους ιστορία από τη τραγωδία της σφαγής στη Σμύρνη το 1922, έφεραν  στο φως οι εγγονοί δύο πρωταγωνιστών που εκείνες τις ημέρες της καταστροφής και του αίματος ανέλαβαν να σώσουν ότι μπορούσε να σωθεί : ανθρώπινες ζωές. Μια επιχείρηση εκκένωσης από τη κόλαση .

Ο ένας πρωταγωνιστής ήταν ο πλοίαρχος τότε Ι.Ε Θεοφανίδης. Και ο δεύτερος ο πάστορας Αsa Jennings αnό το αμερικανικό ΥMCA. Πως ακριβώς οι δυο τους “έστησαν” την επιχείρηση εκκένωσης - διάσωσης την εξηγεί ο εγγονός του Θεοφανίδη, ο αξέχαστος ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης που είχε φιλοξενήσει λίγους μήνες πριν από το θάνατό του  στην Αθήνα τον εγγονό του πάστορα Jennings Ρόμπερτ,ο οποίος δεν σταμάτησε να ερευνά για πολλά χρόνια εκείνη την απίστευτη άγνωστη ιστορία.

Ο ναύαρχος Θεοφανίδης ήθελε να καταρριφθεί   η επικρατούσα άποψη όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι “ο Ελληνικός Στόλος απεχώρησε χωρίς να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια στον Ελληνικό, Αρμενικό και Εβραϊκό πληθυσμό στην Σμύρνη και στα περίχωρα της. Και εδώ αρχίζει το ψέμα”,λέει αρχίζοντας την αφήγησή του:

Ο Ελληνικός στόλος είχε ως αποστολή την υποστήριξη του υποχωρούντος Ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία.

Την 26 Αύγουστου/ 7 Σεπτεμβρίου η μοίρα του στόλου αποτελούμενη από τα Θωρηκτά Λήμνος Κιλκίς το Καταδρομικό Έλλη τα αντιτορπιλικά Ασπίς ,Σφενδόνη και το εύδρομο Νάξος υπό την διοίκηση του Υποναύαρχου Καλαμίδα εξέπλευσε της Σμύρνης και την νύκτα αγκυροβόλησε έναντι της ακτής Βουρλά της Ερυθραίας εντός του κόλπου της Σμύρνης.

Την αυτήν νύκτα υπό του Ναύαρχου του ελαφρού στόλου εξεδόθη διαταγή προς το Θωρηκτό Κιλκίς με κυβερνήτη τον Πλοίαρχο Ι.Ε.Θεοφανίδη ΒΝ όπως έχον υπό την διοίκηση του το καταδρομικό Έλλη ,τα αντιτορπιλικά Ασπίς και Βέλος να υποστήριξη την αποχώρηση του στρατού από Σμύρνη προς Τσεσμέ..





Η επιχείρηση αυτή που άρχισε στις 27 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου ( Ιουλιανό –Γρηγοριανό ημερολόγιο) περατώθηκε στις 3 /16 Σεπτεμβρίου.

Τα υπόλοιπα πλοία του ελληνικού στόλου επιτέλεσαν την αυτή αποστολή σε άλλες περιοχές της Ιωνίας.

Η εμπροσθοφυλακή του Τουρκικού στρατού εισήλθε στην Σμύρνη την 28 Αυγούστου / 9 Σεπτεμβρίου.

Οι σφαγές και η μεγάλη πυρκαγιά είναι γνωστά.

Η μικρή άγνωστη όμως ιστορία έχει ως ακολούθως.

Ο πάστορας Αsa Jennings αnό το αμερικανικό ΥMCA υπό το κράτος της απελπισίας από τις σφαγές και της πυρκαγιάς μετά από έγκριση του Αμερικανού αρμοστού στην Κωνσταντινούπολη Υποναύαρχου Bristol ( Ιδιαιτέρα φιλικά προσκείμενου προς τον Kemal ) αφού κατόρθωσε να συναντήσει τον Κεμάλ του ζήτησε να του δοθεί η δυνατότητα να βρει τρόπο να αναχωρήσουν οι Έλληνες από την Σμύρνη με πλοία και αν το επιτύχει να σταματήσουν οι σφαγές. Ο Κεμάλ συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι αυτό πρέπει να υλοποιηθεί ΑΜΕΣΑ και συγκεκριμένα σε διάστημα μιας εβδομάδας. Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν ότι αν η μεταφορά γινόταν με Ελληνικά εμπορικά αυτά θα εισέρχονται στον κόλπο της Σμύρνης χωρίς σημαίες, τέλος δε δεν θα επιβιβάζονται άνδρες με ηλικία στρατεύσεως . Αν η προσπάθεια του πάστορα να διασφαλίσει τα συμφωνηθέντα εντός 7 ημερών τότε η σφαγή θα συνεχισθεί μέχρι του τελευταίου νηπίου. Για να το επιτύχει ο πάστορ ναύλωσε ιταλικό εμπορικό που βρήκε στην Σμύρνη με το όνομα Κωνσταντινούπολις. Επιβίβασε 2000 εξαθλιωμένους Έλληνες και τους αποβίβασε στην Μυτιλήνη.


Αποβιβαζόμενος ο πάστορ στην Μυτιλήνη συνάντησε τον στρατηγό Φράγκο που ήταν ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής.
Ο στρατηγός του αρνήθηκε την διάθεση πλοίων.
Απελπισμένος ο Asa Jennings απερχόμενος της συναντήσεως αυτής είδε ότι πλησίαζε στον λιμένα ένα Θωρηκτό και που μετά από λύγο αγκυροβόλησε. Το Θωρηκτό ήταν το ΚΙΛΚΙΣ.
Ο παστορ είδε ότι ήταν Ελληνικό και άμεσος μετέβει με την ελπίδα κάποιος να τον ακούσει. Μετά την επιβίβαση του ζήτησε να τον δεχτεί ο κυβερνήτης.

Ήταν 10 / 23 Σεπτεμβρίου πρωί. Ο πλοίαρχος Ι.Ε. Θεοφανίδης τον εδέχθη άμεσος.
Ο παστορ τον ενημέρωσε επί της καταστάσεως στην Σμύρνη και του υπέβαλε την πρόταση που είχε με την επιβεβαίωση της συμφωνίας του με τον Κεμάλ.
Ο κυβερνήτης κατόπιν αυτού και γνωρίζον την κατάσταση επικοινώνησε δια σήματος με τον Υπουργό των Ναυτικών και πρωθυπουργό Νικόλαο Τριανταφυλάκο και του ζητά την έγκριση του.
Ακλούθησαν άλλα δυο σήματα. Μετά το τελευταίο σήμα αργά το βράδυ της αυτή ημέρας η κυβέρνηση απήντησε θετικά αποδεχόμενη την πρόταση Μετά από την έγγραφη έγκριση της κυβερνήσεως ο κυβερνήτης του Θωρηκτού διέταξε τους πλοίαρχους των εκεί αγκυροβολημένων εμπορικών να προσέλθουν στο Κιλκίς Ορισμένοι καπεταναίοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή προφασιζόμενοι βλάβες . Τότε ο Πλοίαρχος Ι.Ε Θεοφανίδης τους είπε χωρίς περιστροφές ότι θα τους περάσει Ναυτοδικείο επί τόπου. Kατόπιν αυτού έπαυσε πάσα αντίρρηση.



Άμεσος με το πρώτο φως της ημέρας τα 26 ατμόπλοια με επικεφαλής τον Πάστορα Jennings στο πρώτο εμπορικό πλοίο ξεκίνησαν όλα μαζί για την διάσωση των εναπομενόντων ζωντανών Ιώνων της Σμύρνης.

Τον Πάστορα η Ελλάς ευγνωμονούσα του απένειμε τον ταξιάρχη του Σωτήρος.


Σημείωση

Όλα τα παραπάνω είναι πιστοποιημένα στα
1. Στο αρχείο της ελληνικής επαναστάσεως τόμος Α και Β.
2. Στο επισυναπτόμενο σήμα του Θωρηκτού Κιλκίς
3. Στα εκδοθέντα συγγράμματα The ships of Mercy
4. στο απόσπασμα του συγγράμματος του Roger Jennings

Το βίντεο είναι από τη συνάντηση των δύο εγγονών των πρωταγωνιστών  στην Αθήνα.
onalert.gr

Σμύρνη - Σεπτεμβριανά: Οι εκτοπισμοί και οι πορείες θανάτου

Image

Οι Τούρκοι την έχουν ονομάσει "ημέρα της νίκης". Στην πραγματικότητα ήταν ημέρα σφαγής. Και δεν κράτησε 24 ώρες.

Οι περιγραφές του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux από τη Σμύρνη. για τους εκτοπισμούς και τις πορείες θανάτου των Ελλήνων είναι ανατριχιαστικές.

"Όταν οι Τούρκοι έφθασαν στη Σμύρνη, καθιέρωσαν αυστηρό έλεγχο για τους Έλληνες και τους Αρμένιους που ήθελαν να φύγουν από την πόλη. Τίποτα πιο φυσικό και λογικό. Μεταξύ αυτών των πολιτών μπορεί να κρύβονταν στρατιώτες του ελληνικού στρατού, που είχαν πετάξει βιαστικά τις στολές τους. Ήταν νόμιμα αιχμάλωτοι των νικητών. Αυτή, εξάλλου, την εξήγηση έδωσαν οι Τούρ κοι, όταν επικρίθηκε η μαζική εκτόπιση του ανδρικού πληθυσμού της Σμύρνης προς την ενδοχώρα. Στην παρατήρηση πως ήταν ελάχιστα αληθοφανές το γεγονός ότι αυτές οι δεκάδες χιλιάδες αν θρώπων ήταν όλοι στρατιώτες μεταμφιεσμένοι, οι Τούρκοι πρόβαλαν το επιχείρημα ότι, αν αυτοί οι άνδρες δεν ήταν στρατιώτες, θα μπορούσαν όμως να γίνουν, και ότι έπρεπε να προφυλαχθούν από μια ενδεχόμενη επιστράτευση των προσφύγων, την οποία θα επιχειρούσε ίσως η Ελληνική κυβέρνηση.

Την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε η διαταγή του στρατηγού Νουρεντίν να συλλάβουν όλο τον ανδρικό πληθυσμό από δεκαοκτώ μέχρι σαράντα πέντε ετών. Αντίθετα με την εξήγηση που έδωσαν εκ των υστέρων οι Τούρκοι, δεν επρόκειτο παρά για άνδρες που υπετίθετο ότι είχαν αγωνιστεί στο πλευρό του ελληνικού στρατού. Στην πράξη συνέλαβαν όλους τους άνδρες με ρωμαλέο παρουσιαστικό από δεκαπέντε μέχρι πενήντα πέντε ετών. Γι' αυτές τις συλλήψεις ένας μάρτυρας αφηγείται τα ακόλουθα:

«Δεν μπορούσε να υπάρξει πιο σπαρακτικό θέαμα- οι γυναίκες είχαν χωριστεί από τους άνδρες τους, οι μανάδες από τους γιους τους, οι αδελφές από τους αδελφούς τους. Όλοι όσοι είχαν συλληφθεί με τον τρόπο αυτό, είχαν σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ad hoc και, όταν συγκεντρώθηκαν όλοι εκεί, έπεσαν θύματα ληστείας των Τούρκων στρατιωτών. Δεν τους έκλεψαν μόνο τα χρήματα που είχαν, αλλά και τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Για να γλιτώσουν την τέλεια απογύμνωση, πολλοί απ' αυτούς έσκιζαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, γιατί οι Τούρκοι βλέποντας κουρέλια και μόνο, δεν τους τα έβγαζαν καθόλου».

Από αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι Τούρκοι έστελναν καθημερινά προς την ενδοχώρα περίπου χίλιους Χριστιανούς, κατά φάλαγγες, αποσπώντας τους από τον αριθμό εκείνων που είχαν συλληφθεί με αυτό τον τρόπο.

Σύμφωνα με αφηγήσεις όσων κατάφεραν να διαφύγουν κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών αυτών των εκτοπίσεων προς την ενδοχώρα, τρεις χιλιάδες περίπου από τους αιχμαλώτους φονεύθη καν έξω από το χωριό Μπουνάρμπασι, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από τη Σμύρνη. Οι τελευταίες φάλαγγες οδηγήθηκαν στην ενδοχώρα χωρίς ρούχα και παπούτσια, γιατί τους είχαν κλέ ψει τα πάντα. Πολλοί από αυτούς έπεσαν καθοδόν και επειδή ήταν αδύνατο να υπακούσουν στις διαταγές των Τούρκων ιππέων και να προχωρήσουν, φονεύθηκαν επί τόπου. Ο αριθμός αυτών των κατοίκων της Σμύρνης και της ενδοχώρας (ηλικίας από δεκαοχτώ μέχρι σαράντα πέντε ετών), που συνελήφθησαν έτσι και οδηγήθη καν από τους Τούρκους προς την ενδοχώρα, θα πρέπει να υπολογι στεί στις 150.000.

Οι Χριστιανοί που προορίζονταν για εκτόπιση, συγκεντρώνονταν στο Διοικητήριο. Όταν συγκεντρωνόταν ένας ικανοποιητικός αριθμός, άρχιζε η μετακίνηση τους. Μεταξύ αυτών υπήρχε και ένα σημαντικό ποσοστό ιερέων. Τους οδηγούσαν Τούρκοι στρατιώτες, πολλοί των οποίων ήταν εφοδιασμένοι με ρόπαλα. Κατά την πορεία ο όχλος τους λιθοβολούσε, πετώντας τους μαζί με τις | πέτρες και ακαθαρσίες.

Τους ανάγκαζαν να φωνάζουν Yiaschahin Moustafa Kemal pacha.

Για την τύχη των αιχμαλώτων που οδηγήθηκαν προς την ενδοχώρα, έχουμε τρομακτικές μαρτυρίες.

Ο Νικόλαος Χατζόπουλος του 32ου Συντάγματος Πεζικού, από τη Νάξο, που κατόρθωσε να δραπετεύσει, καταθέτει:

«Αιχμαλωτιστήκαμε στις 9 Σεπτεμβρίου στην Πούντα (βόρεια συνοικία της Σμύρνης) και την ίδια μέρα μας έκλεισαν στις αποθήκες του λιμανιού, μας έκλεψαν ό, τι είχαμε στην κατοχή μας, και στη συνέχεια, την επομένη, μας οδήγησαν στο Νύμφαιον . Το τουρκικό πλήθος που είχε μαζευτεί κατά μήκος του δρόμου, μας χτυπούσε και μας πετούσε πέτρες αναγκάζοντας μας να φωνάζουμε: ζήτω ο Μουσταφά Κεμάλ πασάς. Εκείνοι που αρνούνταν, δέχονταν μαχαιριές.

Καθώς αφήναμε τη Σμύρνη, συναντήσαμε πέντε δίτροχα καροτσάκια, γεμάτα με πτώματα Ελλήνων πολιτών, που τα πήγαιναν να τα πετάξουν σε μια χαράδρα.

Μετά από δύο ώρες πεζοπορίας από τη Σμύρνη, η φάλαγγα μας σταμάτησε.

Εκεί οι Τούρκοι διέταξαν τους Έλληνες στρατιώτες που κατάγονταν από τη Μικρά Ασία να αποχωριστούν από τους Έλληνες οι οποίοι ήταν από την Παλαιά Ελλάδα. Τους ανακοίνωσαν την πρόθεση τους να απολύσουν τους πρώτους και να τους δώσουν την άδεια να επιστρέψουν στα σπίτια τους. 800 περίπου άνδρες βγήκαν από τις σειρές τους συμπεριλαμβανομένων και αξιωματικών της χωροφυλακής. Τους συγκέντρωσαν σ' ένα μόνο τάγμα, τους οδήγησαν στην ξερή κοίτη ενός γειτονικού χειμάρρου και τους σκότωσαν όλους με ριπές οπλοπολυβόλων».
Η σφαγή αυτή επιβεβαιώθηκε από το δεκανέα Αντώνη Βιτζηλαίο του 26ου Συντάγματος Πεζικού, από τους στρατιώτες Νικόλαο Κορρέ του 25ου Συντάγματος Πεζικού, Νικηφόρο Βιτζηλαίο του 44ου Συντάγματος Πεζικού και από τον Κωνσταντίνο Χωριανόπουλο του 32ου Συντάγματος
Πεζικού, οι οποίοι ήταν παρόντες.Η σφαγή πρέπει να έγινε λίγο ανατολικότερα του Μπουρνόβα.

Οι πέντε καταθέσεις συμφωνούν επακριβώς. Η φάλαγγα που είχε δύναμη περίπου 5.000 ανδρών και μειώθηκε έτσι σε λίγο περισσό τερους από 4.000, ξανάρχισε τότε την πορεία της προς το Νύμφαιο. Σ' αυτή τη μικρή πόλη των 3.000 ψυχών το τουρκικό πλήθος χτύπησε τους αιχμαλώτους. Το ίδιο συνέβη στη Μαγνησία όπου έμειναν πέντε μέρες κλεισμένοι σ' έναν περίβολο. Εκεί οι Τούρκοι προσκάλεσαν το πλήθος να υποδείξει εκείνους από τους Έλληνες στρατιώτες που μπορούσε να αναγνωρίσει ως ενόχους για κάποια αδικήματα τον καιρό της Κατοχής. Χίλιοι από αυτούς «αναγνωρίστηκαν» με -τον τρόπο αυτό και τουφεκίστηκαν πάραυτα.

Οι επιζήσαντες χωρίστηκαν σε τρία «τάγματα εργασίας», που κατανεμήθηκαν ανάμεσα στη Μαγνησία, τον Κασαμπά και τη Φιλαδέλφεια.
Ένας από τους δραπέτες του τάγματος της Φιλαδέλφειας μας πληροφορεί ότι στις 26 Οκτωβρίου από τους χίλιους άνδρες δεν απέμειναν παρά 480. Οι υπόλοιποι υπέκυψαν από τη σκληρή δουλειά, την πείνα και το κρύο.

Τα ίδια γεγονότα επιβεβαιώνονται από τρεις Ιταλούς και έναν Γάλλο προστατευόμενο, οι οποίοι, αφού οδηγήθηκαν με τη βία μαζί με τους άλλους εκτοπισθέντες, κατάφεραν κατά την πορεία να γνωστοποιήσουν την ταυτότητα τους και να αφεθούν ελεύθεροι.
Σύμφωνα με διάφορες πληροφορίες από την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, μπορούμε να ελπίζουμε πως θα δούμε με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων την επανεμφάνιση, μόλις και μετά βίας, των μισών από τους 150.000 άνδρες που οι Τούρκοι έσυραν αιχμά λωτους, και ένας Θεός ξέρει σε τι κατάσταση.

Ένας άλλος αιχμάλωτος που διέφυγε από τη Σμύρνη, ο Δημήτριος Δήμας από τις Κουκουβάουνες της Αττικής, στρατιώτης στο 22ο Σύνταγμα Πεζικού, που δούλευε μαζί με άλλους πενήντα στο καθάρισμα των ερειπίων από την πυρκαγιά, φέρει στο σώμα του σημάδια από σοβαρά εγκαύματα εξαιτίας ενός διαβρωτικού υγρού που έρριξαν στους συντρόφους του και στον ίδιο στο στενό περίβολο όπου ήταν κλεισμένοι. Οι άλλοι υπέκυψαν με αφόρητους πόνους. Εγκαταλελειμμένος για να πεθάνει, κατάφερε μέσα στο σκοτάδι να ξεφύγει. Δηλώνει πως ο υποσιτισμός, η κακομεταχείριση και η εξουθένωση από τη σκληρή δουλειά έκαναν τους αιχμα λώτους να μοιάζουν με φαντάσματα".

onalert.gr

Ντοκουμέντο - Σμύρνη 2 Σεπτεμβρίου 1922 - Τι έγραφαν οι εφημερίδες για τη καταστροφή

Image
Πρώτη Δημοσίευση: 2015-09-02
Τελευταία Ενημέρωση: 2016-09-02

Με αφορμή την επέτειο για την  Μικρασιατική Καταστροφή το Onalert δημοσιεύει πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΑΘΗΝΑΙ, 2 Σεπτεμβρίου 1922 "Αντί Αίματος Χυμός Λαχάνων".

Στο πρωτοσέλιδο η εφημερίδα περιγράφει τα φρικαλέα επεισόδια που υπέστησαν οι Ελληνες απο τους Κεμαλιστές (όπως τους αποκαλεί η εφημερίδα) "... οι δε Ελληνες και Αρμένιοι ελογχίζοντο και ετυφεκίζοντο εις τους δρόμους." Περιγράφει οτι έγιναν έκτακτα στρατοδικεία στα οποία καταδικάζονταν μόνο Ελληνες  ή μόνο όσοι υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό. "Δια την είς θάνατον καταδίκη αρκεί μόνον το γεγονός οτι οι δικαζόμενοι υπηρέτησαν είς τον Ελληνικόν στρατόν.
Το δημοσίευμα της εφημερίδας συνεχίζει να δημιουργει θλιβερες εικόνες, περιγράφοντας την καταστροφή της Σμύρνης "... η πόλης της Σμύρνης εκαλύπτετο απο τεράστιας φλόγας". Βλέπουμε  μεσω του δημοσιεύματος τη τραγικη στιγμη στο λιμάνι, των γυκαικοπαιδων που προσπαθούν να σωθούν.
Και τέλος το άρθρο αναλύει τη φυγη του ελληνικού στρατού που όπως δηλώνει ' Η ανιστόρητος ατιμία της δημιουργίας φυγής διακοσίων χιλίάδων ενδόξου στρατού ενοπίον τετράκις μικρότερου τον αριθμόν εχθρου ήρχισε να αποδίδει συνεπείας σφαγής..." και αναρωτιέται εάν στις φλέβες της ελληνική κυβέρνησης υπάρχει ελληνικό αίμα αφού όπως φαίνεται αποδίδει τις ευθύνες στην Ελλάδα για την καταστροφή της Σμύρνης. 




 




ΠΗΓΗ- ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Οnalert.gr

ΣΜΥΡΝΗ: Η αφήγηση ενός πρόσφυγα


Image
Πρώτη Δημοσίευση - 2015-08-29 09:21:21
Τελευταία Ενημερωση - 2016-08-29 20:11:21


Την μαρτυρία ενός πρόσφυγα μεταφέρει ο Γάλλος δημοσιογράφος Rene Paul στο κείμενο που ακολουθεί. Όπως την κατέγραψε εκείνες τις ημέρες της μεγάλης σφαγής στη Σμύρνη και της μεγάλης φυγής του Ελληνισμού.

“Παραθέτω στη συνέχεια πλήρη την αφήγηση ενός προσωπικού μου φίλου, ανθρώπου μεγάλης μόρφωσης, με πνεύμα μετριοπαθές και ισορροπημένο, του οποίου όλες οι διαβεβαιώσεις μπορούν να γίνουν δεκτές ασυζητητί:

«Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου, στις 11 το πρωί, το πρώτο τμήμα του τουρκικού ιππικού έκανε την είσοδο του στη Σμύρνη. Οι ιππείς ξεχύθηκαν από το δρόμο του Μπουρνόβα, ενώ η ελληνική οπισθοφυλακή πορευόταν προς το ανατολικό άκρο της πόλης και κατευθυνόταν μέσα από τις κορυφογραμμές προς τη χερσόνησο της Ερυθραίας. Αυτοί οι ιππείς που δεν ανήκαν, δίχως άλλο, στον τακτικό στρατό, ίππευαν μικρόσωμα άλογα και φορούσαν παρδα λά ρούχα. Δεν είχαν τόσο τρομακτική όψη. Φωνάζοντας Κοπα»! Κόπο»! (μη φοβάστε!), προσπαθούσαν ασφαλώς να καθησυχάσουν τους περαστικούς. Αλλά μιάμιση ώρα αργότερα οι ίδιοι αυτοί ιππείς, αφήνοντας τα ζώα τους, βάλθηκαν με γυμνά σπαθιά να ληστεύουν τους περαστικούς και παραβίαζαν ακόμα και τις πόρτες των σπιτιών με τον ίδιο σκοπό.

Την επομένη, Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου, είχαμε τα πρώτα κρούσματα φόνων και βιασμών. Ακουγόταν ένας τριγμός που τον διέκοπτε το τουφεκίδι. Ο φίλος μου J.Salbo μου είπε πως περνώντας με το αυτοκίνητο, μαζί με κάποιους Ιταλούς αξιωματικούς στους οποίους έκανε τον ξεναγό, είχε μετρήσει από την Αρμενική συνοικία ως την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου σαράντα έξι πτώματα. Η Αρμενική συνοικία δεινοπάθησε ιδιαίτερα. Σύμφωνα με διασταυρωμένες μαρτυρίες, εκεί γίνονταν ανηλεείς σφαγές.

Από εκείνη την ήμερα ο τρόμος ξαπλώθηκε στους κατοίκους που οχυρώθηκαν στα σπίτια τους. Κάθε εκδήλωση ζωής είχε διακοπεί. Ήταν ίσως η πρώτη Κυριακή εδώ και αιώνες που οι εκκλησίες αργούσαν. Καμιά λειτουργία δεν μπορούσε πια να γίνει. Αυτή η απομόνωση διάρκεσε τρεις μέρες και δεν ξέραμε πια τι γινόταν στην πόλη.

Την Τετάρτη, 13 του μηνός, προς το μεσημέρι, άκουσα να φωνάζουν "Φωτιά!". Ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού μου. Οι πρώτες λάμψεις της πυρκαγιάς ήταν ορατές. Έδιναν την εντύπωση ενός τεράστιου μισοφέγγαρου του οποίου η μια κορυφή μπορούσε να τοποθετηθεί στα βορειοανατολικά και η άλλη στο άκρο της νοητής γραμμής από την "Τράπεζα της Ανατολής" προς τα ανατολικά το μέσο της καμπύλης βρισκόταν στα περίχωρα του Μπασμαχανέ (του σταθμού της σιδηροδρομικής γραμμής του Κασαμπά). Αυτό το μισοφέγγαρο αγκάλιαζε όλο το ελληνικό τμήμα της πόλης και στένευε προοδευτικά, όσο προχωρούσε νοτιοδυτικά.

Το βράδυ της ίδιας νύχτας, καθώς η φωτιά πλησίαζε, αφήσαμε το σπίτι μας κουβαλώντας μόνο έναν μπόγο με τα απαραίτητα. Πήγαμε στο σπίτι του φίλου μας στην Προκυμαία. Εκεί γινόταν πανδαιμόνιο. Τα ζώα και οι βοϊδάμαξες ανακατεύονταν με τους ανθρώπους οι οποίοι στην τρελή τους βιασύνη τις είχαν φορτώσει με τα πιο αταίριαστα και συχνά τα πιο άχρηστα πράγματα.
Ωστόσο, το καταφύγιο μας απειλήθηκε με τη σειρά του. Πιστέψαμε πως ήταν πιο συνετό να βγούμε από εκεί, για να πάμε αυτή τη φορά στο ελληνορθόδοξο νεκροταφείο, στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου είχαν μαζευτεί κάπου δυο χιλιάδες πρόσφυγες. Βρισκόμαστε στο βράδυ της Πέμπτης. Στο δρόμο, όχι μακριά από τη μεγάλη αποβάθρα της Πούντας, μια γυναίκα που τρελάθηκε, ρί χνεται στη θάλασσα! Οι άνδρες της πυροσβεστικής υπηρεσίας της περιοχής τη βγάζουν και αναγκάζονται να τη δέσουν στα κιγκλιδώματα, γιατί προσπαθεί να κάνει τα ίδια. Περνάμε τη νύχτα πάνω σε μια πλάκα του οικογενειακού μας τάφου. Δίπλα μας ακριβώς μια γυναίκα την πιάνουν οι ωδίνες του τοκετού.

Την επομένη ξαναπηγαίνουμε στο σπίτι του φίλου μου, που γλίτωσε από τη φωτιά. Η πυρκαγιά είχε σταματήσει λίγο μετά το Προξενείο της Γαλλίας. Το βράδυ όμως μπορούσαμε να διακρί νουμε από το μπαλκόνι μας κάποιους άνδρες να αδειάζουν δοχεία με υγρό στα υπόγεια και να πετάνε χειροβομβίδες στα κτίρια που δεν είχαν πληγεί.

Μείναμε στο σπίτι δώδεκα μέρες είμαστε εκατόν πενήντα τέσσερα άτομα. Τις πρώτες τέσσερις μέρες η μόνη μας τροφή ήταν το νερό. Την πέμπτη μέρα κάποιος από μας ριψοκινδύνεψε μέχρι την Τουρκική συνοικία, για να βρει ψωμί. Τα στρατιωτικά οχήματα περνούσαν επίσης φορτωμένα με μαύρο ψωμί και μας πούλαγαν για μια λίρα (νόμισμα ισοδύναμο με 8 φράγκα). Συχνά τη νύχτα ξυπνούσαμε από τις σπαρακτικές κραυγές του πλήθους που διανυκτέρευε στο ύπαιθρο. Οι Τούρκοι όρμησαν στο πλήθος αυτό των δυστυχισμένων, βιαιοπράγησαν κατά των ανδρών, πρόσβαλαν τις γυναίκες, μερικές φορές τις απήγαγαν και έκλεψαν και από τους μεν και από τους δε τα ρούχα τους και τα παπούτσια τους, σε σημείο που ορισμένοι ξέσκιζαν μόνοι τους τα ρούχα τους, για να μην βάζουν τους Τούρκους σε πειρασμό.

Ένα πρωί, καθώς πήγαινα στο Προξενείο της Γαλλίας, που ήταν κοντά και λειτουργούσε στο ισόγειο του καμένου κτιρίου, είδα κοντά στην Μπελλαβίστα επτά πτώματα εκ των οποίων τα τρία μέσα στη θάλασσα. Το ένα απ' αυτά είχε τους αντίχειρες δεμένους με ένα σκοινί. Είδα επίσης πέντε ή έξι γυναικείες πλεξούδες μαζί με τον τριχωτό της κεφαλής.

Για να βγουν απ' αυτή την κόλαση (έτσι είχε καταλήξει η γελαστή πολιτεία της Σμύρνης), οι άνθρωποι ρίχνονταν στη θάλασ σα, με σκοπό να φτάσουν στα μεταγωγικά ή τα πολεμικά πλοία. Οι Τούρκοι είχαν φροντίσει να βυθίσουν όλες τις βάρκες, για να εξουδετερώσουν και την παραμικρή επιθυμία φυγής. Ωστόσο, ένας δυστυχής άνθρωπος, που είχε δει ένα βράδυ μια βάρκα με ιταλική σημαία, δεμένη με παλαμάρι κοντά στα Λουτρά, ρίχτηκε στη θάλασσα προσπαθώντας να βγει στ' ανοιχτά. Ακούγοντας ένα σκοπό να τον φωνάζει, γύρισε πίσω. Όταν βγήκε, ο σκοπός τον φιλοδώρησε με τρία χτυπήματα της ξιφολόγχης του.

Οι συλλήψεις ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ένα διάταγμα είχε κηρύξει αιχμάλωτους πολέμου όλους τους άνδρες από δεκαοχτώ μέχρι σαράντα πέντε ετών, γιατί υπετίθετο πως είχαν πολεμήσει με τον ελληνικό στρατό. Αλλά στην πραγματικότητα δεν τους ένοιαζε καθόλου να τηρήσουν τα διατεταγμένα όρια. Και όλοι όσοι τους φαίνονταν γεροί, παιδιά δεκαπέντε ετών και άνδρες πενήντα πέντε, οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τελικά η τύχη θέλησε να μας βοηθήσει να φύγουμε. Ήταν η δέκατη έκτη μέρα μετά την άφιξη των Τούρκων. Ένας λεβαντίνος μεσίτης, από αυτούς που είχαν ξεφυτρώσει σε μεγάλο αριθμό για την περίσταση, ήρθε να μας προσφέρει τα μέσα. Μετά από μεγάλες και επίπονες διαπραγματεύσεις η συμφωνία έκλεισε στις 800 λίρες (4.000 φράγκα) για την αναχώρηση οκτώ ατόμων. Μία λέμβος κάποιου πλοίου ήρθε να μας βρει, για να μας μεταφέρει πάνω σ' ένα ιταλικό ατμόπλοιο της γραμμής, το Bulgaria. Το ποσό που πληρώσαμε δεν αφορούσε παρά μόνο τη μεταφορά με τη λέμβο του πλοίου.

Φτάσαμε στη Σάμο. Η εκτόνωση μας ήταν τόσο έντονη, που σε πείσμα της πιο μεγάλης καταστροφής που μπορεί να χτυπήσει τα ανθρώπινα όντα (από πλούσιοι και ευτυχισμένοι είχαμε γίνει μέσα σε λίγες ώρες δυστυχείς και πλανήτες) νιώσαμε τη φυσική ευδαιμονία να ζούμε χωρίς αγωνία και ν' αναπνέουμε τον ελεύθερο αέρα.

Στη Σάμο βρήκα πολλούς από τους συμπατριώτες μου καθένας τους είχε και κάτι τρομακτικό να διηγηθεί. Οι αφηγήσεις τους ήταν ακριβείς και συνέπιπταν. Ο νεαρός Ο.Μ. που είχε μοιραστεί μαζί μας σε κάποια στιγμή τη φιλοξενία του ]..., μας διηγήθηκε πώς επιστρατεύθηκε από μια περίπολο την ημέρα που τον είχαμε στείλει να βρει προμήθειες, για να βοηθήσει στο καθάρισμα των πτωμάτων στην περιοχή της Μητρόπολης . Είχαν γεμίσει σαράντα δύο καροτσάκια. Κατάφερε να το σκάσει χάρη σ' ένα γερό φιλοδώρημα που έδωσε στον επικεφαλής της περιπόλου, και να φθάσει στη Σάμο μετά από αναρίθμητες περιπέτειες.

Ομοίως ο νεαρός υπάλληλος μου, ο οποίος ως Ισραηλίτης μπόρεσε να μείνει στο σπίτι του130 στα όρια της Τουρκικής και της Αρμενικής συνοικίας, μας βεβαίωνε πως οι τουφεκισμοί μαίνονταν νύχτα μέρα και πως έβλεπε από το παράθυρο του καροτσάκια με πτώματα. Είχε μετρήσει στη διάρκεια τεσσάρων ημερών 26 με 30 κάθε μέρα.

Η προϊσταμένη του Ελληνικού Νοσοκομείου μάς διηγήθηκε με τη σειρά της πως, ενώ η φωτιά εξαπλωνόταν, αναγκάστηκε να καταφύγει στο Ολλανδικό Νοσοκομείο και μετά στον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό. Όφειλε να ασχολείται με γυναίκες και κοριτσάκια εκ των οποίων άλλες είχαν παράλυτα τα κάτω άκρα και άλλες είχαν ακατάσχετες αιμορραγίες ή ειδικά προβλήματα. Υπήρχαν
γυναίκες που είχαν βιαστεί μέχρι και σαράντα φορές.

Η πιο φοβερή τραγωδία, όμως, διαδραματίστηκε στην Ερυθραία και στα Βουρλά, όπου είχε προηγηθεί η πιο μαύρη προδοσία. Λίγες μέρες πριν την παράδοση της πόλης, οι Τούρκοι και οι Έλληνες που κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής είχαν αναπτύξει εξαίρετες σχέσεις, σύναψαν ένα είδος συμφώνου για εγγυήσεις και αμοιβαία βοήθεια.

Οι Έλληνες υποσχέθηκαν να προστατεύουν τους Τούρκους από τον ελληνικό στρατό που υποχωρούσε, και οι Τούρκοι εγγυήθηκαν πως οι Έλληνες συμπολίτες τους δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από το νικηφόρο τουρκικό στρατό. Το σύμφωνο το υπόγραψαν, το σφράγισαν και ορκίστηκαν να το τηρήσουν ο αντιπρόσωπος του μητροπολίτη της Εφέσου, ο μουφτής και οι πρόκριτοι των δύο Κοινοτήτων.
Κατοχυρωμένοι από αυτό το σύμφωνο μερικές χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες στα γειτονικά νησιά ξαναήρθαν στα σπιτικά τους, υπακούοντας στις πιεστικές παρακλήσεις του δημογέροντα Τραβέστη που πήγε εκεί να τους βρει. Ωστόσο, δεν επέστρεψαν παρά για να παρευρεθούν στην πιο τρομακτική τραγωδία, για να δουν την πόλη τους να πυρπολείται, τους δικούς τους να σφάζονται ή να εξευτελίζονται, τις γυναίκες τους να πέφτουν στα πηγάδια, για να μην ατιμασθούν και για να αφανισθούν και οι ίδιοι δια πυ ρός και σιδήρου».

 Onalert.gr

27 Αυγούστου 1923: Το επεισόδιο της Κακαβιάς



Η δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Τελίνι και της ακολουθίας του - Ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας από τα φασιστικά στρατεύματα του Μουσολίνι

Το θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα είναι ιδιαίτερα δύσκολο και σύνθετο. Αναφέρεται σε ένα τραγικό γεγονός που έγινε κοντά στην Κακαβιά στις 27 Αυγούστου 1923 και τα όσα ακολούθησαν.

Πιθανότατα, οι περισσότεροι από τους αναγνώστες του protothema.gr, το αγνοούν όπως και οι περισσότεροι Έλληνες. Στα σχολικά βιβλία, μάλλον δεν γίνεται καμία μνεία γι' αυτό. Και όμως, όσα έγιναν μεταξύ 27ης Αυγούστου και τέλους Σεπτεμβρίου 1923, παραλίγο να τινάξουν στον αέρα την, μάλλον εύθραυστη, ειρήνη που επικρατούσε στην Ευρώπη μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1923

Η χώρα μας βρισκόταν τον Αύγουστο του 1923 σε τραγική θέση. Η μικρασιατική καταστροφή του 1922, η επανάσταση που ακολούθησε, η δίκη και η εκτέλεση των έξι στου Γουδή (όπως είναι το ορθότερο), ο ερχομός από τη Μικρά Ασία των πρώτων προσφύγων και η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923, και όχι 1922 όπως εσφαλμένα αναφέρει και στην 4η έκδοσή του ένα από τα κορυφαία ελληνικά λεξικά…), ήταν όσα είχαν γίνει τον τελευταίο χρόνο. Η επαναστατική κυβέρνηση (ανέλαβε στις 14/11/1922) δεν είχε αναγνωριστεί διεθνώς  και η εκτέλεση των έξι περιθωριοποίησε την ήδη βαριά λαβωμένη χώρα μας. Να αναφέρουμε ότι ουσιαστικός ηγέτης ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, χωρίς όμως να κατέχει κάποιο αξίωμα, πρωθυπουργός ο Στυλιανός Γονατάς, υπουργός Εξωτερικών ο Απόστολος Αλεξανδρής, υπουργός Εσωτερικών ο Γεώργιος Παπανδρέου και υπουργός Στρατιωτικών ο Περικλής Πιερράκος Μαυρομιχάλης (με μια μικρή διακοπή, από 24/6/1923 ως 28/8/1923).

Η ΠΡΕΣΒΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ - Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΧΑΡΑΞΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Ενώ λοιπόν η Ελλάδα επιχειρούσε να σταθεί στα πόδια της, υπήρχε και μία ακόμα εκκρεμότητα· η οριστική χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων. Από την απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους της Ηπείρου (1913) ως το 1923, μεσολάβησαν πάρα πολλά γεγονότα τα οποία θα αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο μας σχετικά με το βορειοηπειρωτικό ζήτημα.

Η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη υπήρχε ήδη από τον 19ο αιώνα και αποτελούσε ένα φόρουμ για τη συζήτηση και την επίλυση των όποιων διαφορών προέκυπταν στην Ευρώπη (π.χ. το Κρητικό ζήτημα το 1896 και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897). Σ' αυτήν, αποφασίστηκε το 1921, να οριστεί μια επιτροπή για τη χάραξη των συνόρων της Αλβανίας (η οποία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος) επί τόπου (in loco), σύμφωνα με τη χάραξη επί χάρτου που είχε γίνει το 1913. Η Ιταλία, που ποτέ δεν έκρυψε τα προηγούμενα χρόνια το ενδιαφέρον της για την Αλβανία, ανέλαβε τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων, κάτι που προκάλεσε την έντονη δυσφορία της Αθήνας, ενώ οι Αγγλογάλλοι τη χάραξη των σερβοαλβανικών συνόρων.

Οι εργασίες της επιτροπής ξεκίνησαν ουσιαστικά τον Σεπτέμβριο του 1922 και διακόπηκαν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Συνεχίστηκαν δε, από την 1η Μαΐου 1923. Από τον Αύγουστο του 1923, έδρα της επιτροπής, ορίστηκαν τα Ιωάννινα.

Μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο ηπειρωτικής καταγωγής αντισυνταγματάρχης Δήμος Νότης Μπότσαρης (πρόεδρος), ο ταγματάρχης Κοσμάς, οι λοχαγοί Λαμπρόπουλος, Παπαηλιού και Τσίγγανος και ο νομάρχης Κοζάνης Μόδης.

Επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας και πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελίνι.

Ο Ενρίκο Τελίνι


Οι Ιταλοί από την αρχή έδειξαν έντονη και απροκάλυπτη φιλοαλβανική στάση. Τα χωριά Κατούνα, Περδικάρι και Γιάνναρι αποδόθηκαν στην Αλβανία και οι Έλληνες κάτοικοί τους ξεσηκώθηκαν. Παράλληλα, οι προθέσεις του Τελίνι να δημιουργηθεί μια ουδέτερη ζώνη στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πράγμα που θα απαιτούσε παραχώρηση ελληνικών εδαφών στην Αλβανία σε αναλογία 5:1 με την αντίστοιχη παραχώρηση αλβανικών εδαφών προς την Ελλάδα είχαν δημιουργήσει προστριβές με τον Μπότσαρη και τους άλλους Έλληνες.

Στα τέλη Αυγούστου υπήρχε εμπλοκή καθώς η επιτροπή είχε επιδικάσει και άλλα ελληνόφωνα χωριά στην Αλβανία. Ο αντισυνταγματάρχης Μπότσαρης αντιδρούσε έντονα και προσπαθούσε μάταια να στρέψει το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης στα τεκταινόμενα στην Ήπειρο.
Το ίδιο είχαν κάνει, χωρίς αποτέλεσμα, τόσο ο νομάρχης Μόδης, όσο και ο δημοσιογράφος Α. Τσαμόπουλος, απεσταλμένος του φιλοκυβερνητικού "Ελεύθερου Βήματος" στην περιοχή σε μια σειρά ανταποκρίσεών του (22, 23, 24 και 26 Μαΐου 1923). Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, να αναφέρουμε κάτι βασικότατο. Πρωθυπουργός της Ιταλίας ήταν, από τον Οκτώβριο του 1922, ο Μπενίτο Μουσολίνι.

27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1923: ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΙΝΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΚΑΒΙΑ - ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Την 27η Αυγούστου 1923, οι αντιπροσωπείες ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν για αναγνωρίσεις στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου. Την προηγούμενη ημέρα, ο Ενρίκο Τελίνι γιόρτασε τα 56α γενέθλιά του.

 Πρώτη, ξεκίνησε η αλβανική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον ταγματάρχη Κολόνε. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε (ένα από τα δύο (!) που κυκλοφορούσαν σε όλη την Αλβανία) ήταν σε άθλια κατάσταση. Δεδομένου και του κάκιστου οδικού δικτύου της περιοχής (όχι ότι σήμερα είναι τέλειο) θα απαιτούνταν 2,5 - 3 ώρες για να φτάσει στην Κακαβιά (απόσταση 65 χλμ. περίπου).

Λίγο αργότερα, ξεκίνησε η ελληνική αντιπροσωπεία, με ένα παλαιό Ford, στο οποίο επέβαιναν οι Μπότσαρης - Τσίγγανος και ο στρατιώτης οδηγός. Τελευταία ξεκίνησε η ιταλική αντιπροσωπεία, με μία εντυπωσιακή Lancia…

Στο 15ο χλμ. της διαδρομής περίπου, το ελληνικό αυτοκίνητο παρουσίασε μηχανική βλάβη. Το ιταλικό όχημα που έφτασε σε λίγο, σταμάτησε, ωστόσο, ο Έλληνας οδηγός είπε ότι μπορούσε να την επισκευάσει μόνος του και δεν δέχτηκε τη βοήθεια που πρόσφεραν οι Ιταλοί. Η βλάβη καθυστέρησε για 20 περίπου λεπτά το ελληνικό όχημα. Οι Ιταλοί εν τω μεταξύ, συνέχισαν τη διαδρομή τους και αφού έκαναν μια στάση στο 49ο χλμ. (στη θέση Χάνι Δελβινακίου) για να θαυμάσουν τη μαγευτική θέα (σύμφωνα με τον διοικητή του ελληνικού τάγματος προκαλύψεως που βρισκόταν στην περιοχή) κατευθύνθηκαν προς την Κακαβιά.

Στις 9.55 περίπου, η ελληνική αντιπροσωπεία έφθασε στο 54ο χλμ. του δρόμου Ιωαννίνων - Κακαβιάς - Αργυροκάστρου, στη θέση Ζέπι (ή Ζάπιστα). Η πλούσια βλάστηση της περιοχής, μόλις επέτρεπε να φανεί ο δρόμος. Ξαφνικά, ο οδηγός φρέναρε απότομα και όλοι αντίκρισαν ένα φρικτό θέαμα.

Τα μέλη της ιταλικής αντιπροσωπείας είχαν δολοφονηθεί: ο στρατηγός Τελίνι, ο επίατρος Κόρτι, ο οδηγός Φαρνέτι και ο Βορειοηπειρώτης (από το Λεσκοβίκι) διερμηνέας Αθανάσιος Γκαζίρης. Αγνοούνταν η τύχη του υπασπιστή Μπονατσίνι, ο οποίος βρέθηκε αργότερα νεκρός μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Μπότσαρης τηλεγράφησε τα τραγικά νέα στην κυβέρνηση, στη γενική διοίκηση Ιωαννίνων και στο Ε' Σώμα Στρατού.

Φωτογραφία από τον τόπο της δολοφονίας


Από τον υπουργό Εσωτερικών Γ. Παπανδρέου, διατάχθηκε άμεση μετάβαση του διοικητή της Χωροφυλακής συνταγματάρχη Φλωριά και άλλων αξιωματικών στην Ήπειρο. Παράλληλα, έφτασαν στο Ζέπι από τα Γιάννενα, ο γενικός διευθυντής Χωροφυλακής Ηπείρου Πλατής, μαζί με άλλους αξιωματούχους για προκαταρκτική έρευνα.

Από την έρευνα προέκυψαν τα εξής:
i. το έγκλημα ήταν προμελετημένο
ii. στόχος ήταν η ιταλική αντιπροσωπεία
iii. κίνητρο των δολοφόνων δεν ήταν η ληστεία, καθώς πάνω στα θύματα βρέθηκαν χρήματα και αντικείμενα αξίας
iv. οι δράστες ήταν 8 - 10
v. ίχνη που βρέθηκαν, οδηγούσαν σε ένα δρόμο που τελείωνε στην πεδιάδα του Μακρύκαμπου, στο αλβανικό έδαφος
vi. οι δολοφόνοι έκοψαν κορμούς δύο δέντρων και τους τοποθέτησαν στο οδόστρωμα για να αναγκάσουν το ιταλικό αυτοκίνητο να σταματήσει

Ο συνταγματάρχης Πλατής ανακάλυψε ίχνη από τσαρούχια και αρβύλες, υπολείμματα τσιγάρων τύπου Virginia, ένα μικρό κομμάτι από γραμματόσημο και 30 - 40 κάλυκες από φυσίγγια Μάνλιχερ. Η αλβανική αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε ότι ο Ιταλός γεωμέτρης Τζιότι, που ήταν μέλος της, παρατήρησε σε κάποιο σημείο της διαδρομής, κοντά στο χωριό Δολιανά, Έλληνες στρατιώτες να κόβουν κορμούς δέντρων, όμοιους μ' αυτούς που βρέθηκαν στο Ζέπι και κατηγόρησε ευθέως τη χώρα μας (συνεπικουρούμενη κι από τους Ιταλούς) για τη δολοφονία.
 Λόγω καταγωγής, γνωρίζουμε πολύ καλά την περιοχή. Πρόκειται περί φαιδρού και έωλου επιχειρήματος. Για να μπορέσουν οι στρατιώτες, το 1923, να μεταφέρουν τους κορμούς στον τόπο της δολοφονίας, θα απαιτούνταν (ακόμα κι αν διέθεταν σούπερ αυτοκίνητα) πολλές ώρες. Οι δρόμοι ήταν άθλιοι, η διαδικασία φορτώματος ξεφορτώματος θα ήταν δύσκολη και, κυρίως, θα αναφερόταν η παρουσία και άλλου αυτοκινήτου στην περιοχή. Ήταν φανερό ότι οι δράστες ήρθαν από το αλβανικό έδαφος και μετά τις δολοφονίες, επέστρεψαν σ' αυτό.




ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΚΑΚΑΒΙΑΣ - ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Η Ελλάδα βρέθηκε μετά τη δολοφονία των Ιταλών σε δεινή θέση, κυρίως γιατί το έγκλημα έγινε στο έδαφός της. Οι ιταλικές αξιώσεις ήταν απαράδεκτες και ταπεινωτικές για τη χώρα μας που δεν δέχθηκε να τις ικανοποιήσει. Στην Ιταλία, ξέσπασαν ταραχές, σε βάρος ελληνικών προξενικών αρχών, αλλά και ελληνικών επιχειρήσεων. Ο Μουσολίνι, θέλοντας να δείξει πυγμή, έδωσε εντολή για κατάληψη της Κέρκυρας. Έτσι στις 31/8/1923, 20 - 25 ιταλικά πλοία έφτασαν στο νησί των Φαιάκων. Επικεφαλής τους ήταν ο ναύαρχος Σολάρι.

Σύντομα, οι πρώτοι Ιταλοί αποβιβάστηκαν στο νησί. Ο επικεφαλής τους, πλοίαρχος Φοτσίνι, ζήτησε από το νομάρχη της Κέρκυρας, Πέτρο Ευριπαίο, την άμεση παράδοσή της. Οι διαβουλεύσεις που έγιναν δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Γύρω στις 17.00, το ελληνικό τορπιλοβόλο "Υ.3", επιχείρησε να αποπλεύσει, ωστόσο οι Ιταλοί το σταμάτησαν και αιχμαλώτισαν το πλήρωμά του! Την ίδια ώρα, έγινε και το μοιραίο λάθος τους. Βομβάρδισαν το Παλαιό Φρούριο της Κέρκυρας, όπου διέμεναν Μικρασιάτες πρόσφυγες και το Νέο Φρούριο, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις και μαθητές της Σχολής της Αστυνομίας Πόλεων. Τελικός απολογισμός: 15 - 16 νεκροί, περισσότεροι από 30 τραυματίες (άλλες αναφορές μιλούν για 200 τραυματίες), κυρίως γυναικόπαιδα.

Οι Ιταλοί κατέλαβαν χωρίς αντίσταση το νησί. Να εξάρουμε τη στάση του νομάρχη Ευριπαίου, του Μητροπολίτη του νησιού (και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα), του δήμαρχου Μανιαρίζη και του φρούραρχου Παναγόπουλου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας


Τις επόμενες μέρες, οι Ιταλοί κατέλαβαν τους Παξούς, τους Αντίπαξους και τα Διαπόντια νησιά. Όμως, ο βομβαρδισμός των φρουρίων της Κέρκυρας και ο θάνατος αμάχων συγκλόνισαν την παγκόσμια κοινή γνώμη. Όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στις Η.Π.Α., την Αυστραλία και χώρες όπως το Περού (!), οι απλοί άνθρωποι αλλά και οι κυβερνήσεις αντέδρασαν έντονα. Η χώρα μας κατέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών (Κ.τ.Ε.), που είχε ουσιαστικά ξεκινήσει τη "λειτουργία" της το 1920 στη Γενεύη. Εκεί, οι Ιταλοί βρέθηκαν σε οικτρή θέση. Είναι χαρακτηριστικό ότι χώρες όπως η Ουρουγουάη (!) εξαπέλυσαν μύδρους εναντίον τους. Τελικά, μετά από συμβιβαστική πρόταση του Ισπανού αντιπροσώπου και τα γνωστά "μαγειρέματα" σ' αυτές τις περιπτώσεις, συμφωνήθηκε μια συμβιβαστική λύση που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την καταβολή από την Ελλάδα στην Ιταλία, αποζημίωσης 50.000.000 λιρετών (120.000.000 δραχμών) πράγμα που έγινε.

Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις, ήταν ο Νικόλαος Πολίτης, που έφερε σε δυσχερή θέση τον Ιταλό ομόλογό του, τέως πρωθυπουργό μάλιστα, Αντόνιο Σαλάντρα. Τελικά, στις 27 Σεπτεμβρίου, οι Ιταλοί αποχώρησαν από την Κέρκυρα, δίνοντας ουσιαστικά τέλος στα παρεπόμενα του επεισοδίου της Κακαβιάς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ - ΠΟΙΟΙ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΤΕΛΙΝΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣ ΤΟΥ;

Είναι ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο 93 χρόνια μετά… Θα παραθέσουμε όλες τις εκδοχές.

i. Ο Γρηγόριος Δαφνής υποστηρίζει ότι τους Ιταλούς δολοφόνησαν συμπατριώτες τους μετά από εντολή του Μουσολίνι. Ενισχυτικό της άποψης αυτής, το γεγονός της πολιτικής του αντιπαλότητας με τον Τελίνι.
ii. Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε, χλιαρά είναι η αλήθεια, αλβανική υπαιτιότητα για τις δολοφονίες. Ωστόσο, θα ήταν ανόητο οι Αλβανοί να δολοφονήσουν κάποιον που ήταν ξεκάθαρα υπέρ τους στη χάραξη των συνόρων. Πάντως, οι Αλβανοί, την ίδια περίοδο, κατηγορήθηκαν και για δολοφονίες στην άλλη πλευρά των συνόρων τους με τη Σερβία.
iii. Οι Ιταλοί και οι Αλβανοί, έριχναν τις ευθύνες στην ελληνική πλευρά, "φωτογραφίζοντας" τον αντισυνταγματάρχη Μπότσαρη ως φυσικό αυτουργό. Ωστόσο, η παρασημοφόρηση με τον ιταλικό μεγαλόσταυρο (!), του Μπότσαρη λίγα χρόνια αργότερα, δείχνει ότι, τουλάχιστον οι Ιταλοί, δεν πίστεψαν ποτέ κάτι τέτοιο.
iv. Υπαίτιος θεωρήθηκε αργότερα από τα Τίρανα, ο ιδιοκτήτης θειούχων λουτρών Βρωμονερίου Φίλιος, ο οποίος θα καταστρεφόταν οικονομικά από παραχώρηση της περιοχής στην Αλβανία. Ωστόσο, φαίνεται αδύνατο να ήταν σε θέση να οργανώσει μια τέτοια ενέργεια.
v. Στα χωριά της περιοχής (βλ. παρακάτω χάρτη Πωγωνίου), ακούγεται πολύ, ακόμα και σήμερα, ότι δράστες της δολοφονίας ήταν οι ληστές Ρετζαίοι, που λυμαίνονταν την περιοχή. Και η αλβανική πλευρά υποστήριξε κάτι τέτοιο. Η ληστεία της τραπεζικής χρηματαποστολής στη θέση Πέτρα (στον δρόμο από Πρέβεζα προς Γιάννενα) το 1926, με την ίδια μέθοδο (τοποθέτηση κορμών δέντρων στο οδόστρωμα), με λεία 15.000.000 αλλά το τραγικότερο, 8 νεκρούς, είναι κάτι που ενισχύει την άποψη αυτή καθώς έχουμε ίδιο modus operandi. Ωστόσο, από τον Τελίνι και τη συνοδεία του δεν κλάπηκε τίποτα. Πώς και γιατί οι περιβόητοι αυτοί ληστές που αμνηστεύθηκαν το 1924 (μετά από δεκάδες δολοφονίες και ληστείες), σκότωσαν 5 παντελώς αδιάφορους γι' αυτούς ξένους; Ακόμα και στην εξομολόγησή τους στον Αθηναγόρα, λίγο πριν εκτελεστούν στην Κέρκυρα το 1930 (κι αφού συνελήφθησαν στη Βουλγαρία το 1928) αρνήθηκαν κάθε εμπλοκή τους στην υπόθεση.

Χάρτης Πωγωνίου



Η δολοφονία Τελίνι, ο οποίος σύμφωνα με γνώστες του θέματος από την περιοχή της Ηπείρου, σκόπευε να φτάσει τα σύνορα της χώρας μας στην Πρέβεζα (!), παραμένει ως σήμερα άλυτο μυστήριο. Και η ελληνική βιβλιογραφία είναι πενιχρή. Μόλις το 2009, κυκλοφόρησε ένα έξοχο βιβλίο με τίτλο "Η ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1923" και συγγραφέα τον Ιωάννη Παπαφλωράτο, από το οποίο μπορούν, όσοι θέλουν, να αντλήσουν περισσότερα στοιχεία.

 

Η 1η Μεραρχία Στρατού αποβιβάζεται στη Σμύρνη - ΒΙΝΤΕΟ Ντοκουμέντο

Image
Οι εικόνες είναι από την υποδοχή του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Στην αρχή του βίντεο διακρίνεται ο πλοίαρχος Μαυρουείδης, κυβερνήτης του θωρηκτού "Αβέρωφ" επικεφαλής της στρατιωτικής αποστολής, ο οποίος διάβασε το διάγγελμα του Έλληνα πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στους κατοίκους της Σμύρνης . 

Στις 2/15 Μαΐου 1919 ελληνικά στρατεύματα της 1ης Μεραρχίας με διοικητή το στρατηγό Ζαφειρίου αποβιβάσθηκαν στη Σμύρνη και κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές, με την κάλυψη του Ελληνικού, Γαλλικού και Βρετανικού ναυτικού. Ταυτόχρονα οι Έλληνες είχαν καταλάβει και την Ανατολική Θράκη.
Αιματηρά επεισόδια σημειώθηκαν από τις πρώτες στιγμές της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην πόλη, καθώς πυροβολισμοί που ρίχτηκαν από την πλευρά των τουρκικών στρατώνων (χωρίς ποτέ να διευκρινιστεί επακριβώς αν πρόκειτο για προβοκάτσια τρίτης δύναμης ή αυθόρμητη είτε εκ των προτέρων σχεδιασμένη τουρκική ενέργεια έφεραν σαν άμεσο αποτέλεσμα την αντίδραση των ελληνικών δυνάμεων. Υπήρξαν αρκετοί νεκροί και τραυματίες, ενώ η ελληνική διοίκηση, λίγες μέρες αργότερα εκτέλεσε δια τυφεκισμού δυο ευζώνους ως υπαίτιους από ελληνικής πλευράς. Έλληνες και Αρμένιοι της Σμύρνης υποδέχτηκαν τους Έλληνες ως σωτήρες.
Οι Τούρκοι έβλεπαν τους Έλληνες ως κατακτητές στον τόπο τους. Το μεγαλύτερο μέρος του Τούρκικου στρατού στην περιοχή παραδόθηκε στα συμμαχικά στρατεύματα ή κατέφυγε στην ύπαιθρο. Οι Δυτικές δυνάμεις συνέχισαν την κατάκτηση των γύρω περιοχών με σκοπό να ενισχύσουν την θέση τους στην περιοχή της Σμύρνης. Σταδιακά, η Ελλάδα είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των παραλίων της Μικράς Ασίας. Μέσα σε 15 μόλις μέρες από την άφιξη των ελληνικών δυνάμεων, ολόκληρη η περιοχή των σαντζακίων (διοικητική διαίρεση των Οθωμανών) Σμύρνης και Αϊδινίου είχε καταληφθεί. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε ήδη αρχίσει να κινητοποιεί τους τουρκικούς πληθυσμούς και να τους καλεί να αντισταθούν στην ελληνική κατοχή.

Για την σημερινή μέρα γράφει ο Κάρολος Μπρούσαλης στο historyreporter, “η 1η ελληνική μεραρχία αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, στις 2 Μαΐου 1919. Μεταφέρθηκε εκεί με δυο υπερωκεάνια και δώδεκα επιβατικά πλοία που συνοδεύονταν από ένα αντιτορπιλικό και τέσσερα τορπιλοβόλα του ελληνικού πολεμικού στόλου. Για να υπογραμμιστεί η κάλυψη της συμμαχίας στο όλο εγχείρημα αλλά και για να προληφθεί οποιαδήποτε ιταλική ενέργεια, τη νηοπομπή συνόδευαν και τέσσερα βρετανικά αντιτορπιλικά.




Από τα ξημερώματα, χιλιάδες Έλληνες της Σμύρνης συνωστίζονταν στην προκυμαία για να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό. Όταν, στις 7, το πρώτο υπερωκεάνιο φάνηκε να μπαίνει στο λιμάνι, χιλιάδες σημαίες ξεδιπλώθηκαν. Η αποβίβαση ξεκίνησε στις 7.30’, ενώ γονατιστοί οι Σμυρνιοί τραγουδούσαν το εθνικό ύμνο κι ο μητροπολίτης Χρυσόστομος ευλογούσε τους πρώτους φαντάρους και εύζωνες που πατούσαν την ιωνική γη κάτω από τις οδηγίες του μεράρχου, συνταγματάρχη Ν. Ζαφειρίου. Λαός και στρατός έγιναν ένα. Ξεχείλιζε κι από τις δυο πλευρές η συγκίνηση. Με δυσκολία οι αξιωματικοί προσπαθούσαν να επιβάλουν κάποια τάξη. Πρώτη φάλαγγα που ξεκίνησε για τα ενδότερα ήταν αυτή του ταγματάρχη Κ. Τζαβέλα. Οι άνδρες παρατάχθηκαν κατά τετράδες και προχώρησαν, ενώ δεξιά κι αριστερά τους ο κόσμος έτρεχε παραληρώντας από συγκίνηση και ενθουσιασμό.



Σε μια στροφή, με το που φάνηκε κρατώντας υψωμένη τη σημαία ο σημαιοφόρος με τους παραστάτες εύζωνες, μια ομοβροντία ακούστηκε. Ο σημαιοφόρος κι ένας εύζωνας χτυπήθηκαν. Ταυτόχρονα, άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί από παράθυρα ξενοδοχείων και σπιτιών. Οι Έλληνες είχαν πέσει σε τουρκική ενέδρα. Ανασυντάχθηκαν γρήγορα και ξεκίνησαν συστηματική εκκαθάριση των οπλισμένων Τούρκων, ενώ την ίδια ώρα ο κυβερνήτης του ιταλικού θωρηκτού στο λιμάνι ζητούσε να γίνει απόβαση Ιταλικών αγημάτων «για την αποκατάσταση της τάξης». Του την απαγόρευσε ο Βρετανός ναύαρχος. Η τάξη αποκαταστάθηκε γύρω στις 4 μετά το μεσημέρι, με νεκρούς και τραυματίες πολλούς Έλληνες και Τούρκους. Στη διάρκεια της αναταραχής, σημειώθηκαν και πολλές λεηλασίες και βανδαλισμοί”.

Πηγη:Onalert.gr

Η απόδραση των 16 της ΕΟΚΑ!

Image
Η προσπάθεια της ΕΟΚΑ αποτελεί τον τελευταίο χρονικά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Η Κύπρος του 1955-1959 αποτέλεσε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες οι Βρετανοί απέτυχαν να νικήσουν σε έναν αποικιακό πόλεμο.
Διαβάστε την συνέχεια των γεγονότων που αποτέλεσαν τη αρχή του επαναστατικού αγώνα των Κυπρίων - Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε κανοντας κλικ εδω.

Καταδίκη μελών της ΕΟΚΑ λόγω της δράσης τους


Στις 22 Ιουνίου 1955, εκδόθηκε από το Κακουργιοδικείο καταδικαστική απόφαση για πέντε μέλη της ΕΟΚΑ, που έδρασαν στη Λάρνακα την 1η Απριλίου 1955. Επιβλήθηκαν ποινές από τρία μέχρι εννέα χρόνια φυλάκισης. Η ποινή των εννέα ετών επιβλήθηκε στον τομεάρχη της Λάρνακας Σταύρο Ποσκώτη. Οι άλλοι τέσσερις καταδικασθέντες είναι ο Μιχαλάκης Παρίδης, ο Ξάνθος Ιακωβίδης, ο Γεώργιος Λυκούργος, ο Ιάκωβος Καϊσερλίδης.
Μετά την καταδίκη τους ο Σταύρος Ποσκώτης, εκ μέρους και των άλλων, είπε μέσα στο δικαστήριο από το εδώλιο του κατηγορουμένου:
«Δεν την φοβίζουν την αδούλωτη ψυχή των Ελλήνων ούτε οι φυλακίσεις ούτε οι καταπιέσεις ούτε οι οποιεσδήποτε των οποιωνδήποτε τιμωρίες. Μέσα στα στήθη μας πάλλουν ελληνικές οι καρδιές μας».

Ο νόμος της 15ης Ιουλίου 1955 για προσωποκράτηση

Στις 15 Ιουλίου 1955, ο Κυβερνήτης πήρε δραστικά μέτρα, για να εξουδετερώσει, όπως νόμιζε, τη δράση της ΕΟΚΑ. Στην επίσημη εφημερίδα της Κυβέρνησης, δημοσιεύτηκε και τέθηκε αμέσως σ' εφαρμογή ο νόμος για προσωποκράτηση. Σύμφωνα μ' αυτόν, αν ο Κυβερνήτης σχημάτιζε τη γνώμη ότι οποιοδήποτε πρόσωπο είναι μέλος παράνομης Οργάνωσης, συλλαμβανόταν με διάταγμα, χωρίς να διατυπωθεί κατηγορία και να διεξαχθεί δίκη, και παρέμενε πολιτικός κρατούμενος για οσοδήποτε χρονικό διάστημα κρινόταν αναγκαίο. Με το νόμο της προσωποκράτησης καταργήθηκε στην Κύπρο το δικαίωμα του habeas corpus των πολιτών.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απηύθυνε έντονη διαμαρτυρία προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στις 19 Ιουλίου, για τα καταπιεστικά μέτρα, που ο Άγγλος Κυβερνήτης επέβαλε στην Κύπρο, με το νόμο της 15ης Ιουλίου 1955. Μεταξύ άλλων έλεγε: « Το μέτρον τούτο αντίκειται προς τας Βασικάς διατάξεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου, καταργεί το habeas corpus και δημιουργεί εις την Νήσον αστυνομικόν καθεστώς τρομοκρατίας και Βίας, ουδόλως αφιστάμενον των καθεστώτων, τα οποία εχρησιμοποίησαν κατά την διάρκειαν του πολέμου οι φασίσται και οι ναζί εις τα κατεχόμενα υπ' αυτών εδάφη».

Από τις 15 Ιουλίου 1955 μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου 1959, 3.300 περίπου Έλληνες της Κύπρου έζησαν κρατούμενοι για μήνες ή χρόνια στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, στο φρούριο της Κερύνειας και σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που κατασκευάστηκαν γι' αυτό το σκοπό στην Κοκκινοτρομιθιά, στην Πύλα, στο Μάμμαρι και στο Πολέμι. Πολιτικοί κρατούμενοι υπήρξαν άνδρες και γυναίκες, λαϊκοί και κληρικοί, εκπαιδευτικοί και μαθητές, αγρότες και εργάτες, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι για συμμετοχή στον Αγώνα της ΕΟΚΑ. Πάρα πολλοί κατέληξαν στα κρατητήρια ύστερα από απάνθρωπα και πολυήμερα βασανιστήρια.

Η Νίτσα Χατζηγεωργίου, που είχε προσωπική πείρα ως κρατούμενη από τις άθλιες συνθήκες των κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας, όταν απολύθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1957, δήλωσε ότι στα κρατητήρια και στον αστυνομικό σταθμό της Ομορφίτας «η ζωή είναι χειρότερη του τάφου. Κάθε μέρα κρατήσεως φέρει εις τους κρατουμένους νέους κλονισμούς του σώματος και της ψυχής»88
Το μέτρο της προσωποκράτησης, καθώς και άλλα χειρότερα που ακολούθησαν, απέβλεπαν στο να ενσπείρουν το φόβο και τον πανικό ανάμεσα στον Κυπριακό λαό, ώστε να καμφθεί το ηθικό του. Το αποτέλεσμα όμως υπήρξε εντελώς αντίθετο. Γιγαντώθηκε η θέληση του λαού ν' αγωνιστεί μέχρι τέλους για τη νίκη.
Για το θέμα της προσωποκράτησης χωρίς δίκη (detension without trial), δημοσιεύθηκε μια σειρά νόμων, που έγιναν από το 1955 μέχρι το 1958. Για τον πρώτο νόμο βλ. Detension of Persons Law, 1955 (section 2): Page 98 in «Statute Laws 1955».

Αποδράσεις των αγωνιστών

Αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι και πολιτικοί κατάδικοι, που ήταν στελέχη της ΕΟΚΑ, έκαναν σχέδια για απόδραση, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τον Αγώνα εναντίον των Άγγλων. Αδιαφορούσαν για τις οποιεσδήποτε συνέπειες, που θα είχε η απόδραση τους.
Ο αγωνιστής της ελευθερίας μέσα στο κρατητήριο και στη φυλακή έχανε την προσωπικότητα του και ήταν ένας αριθμός. Υπέφερε ένα συνεχές μαρτύριο, γιατί αγάπησε την ελευθερία της πατρίδας του. Ένιωθε αβεβαιότητα για την προσωπική του ζωή. «Ήταν όμηρος στην άγρια βούληση της στρατοκρατίας».

Στο Βιβλίο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού «Ο απελευθερωτικός μας Αγώνας '55-'59 - Μια πρώτη γνωριμία», έχουμε μια ανάγλυφη εικόνα του ψυχικού κόσμου των κρατουμένων:
«Γρήγορα καταλάβαινες πως ήσουνα δεσμώτης της πιο απάνθρωπης βαναυσότητας, που επιδίωκε με κάθε τρόπο να σου σπάσει τα νεύρα, να σου συντρίψει το ηθικό, να σε κουρελιάσει, να σ' εκμηδενίσει.
Κι είχαν πολλούς τρόπους, διέθεταν όλα τα μέσα να σε βασανίζουν ψυχικά, να σε καταπολεμούν αδιάκοπα. Ένα μονάχα όπλο δεν είχαν. Εκείνο που θα τραυμάτιζε καίρια την πίστη σου. Την πίστη στο Θεό και στον αγώνα της Ελευθερίας. Ήταν το απροσμάχητο κράτος που σε κρατούσε όρθιο. Οι ασύντριπτες δυνάμεις που κατίσχυαν τελικά. Κι όσο συνειδητοποιούσες τούτη τη δύναμη, τόσο πιο πολύ άντεχες. Κι ήσουνα πια έτοιμος για όλα. Το έπαιρνες απόφαση. Στη σκέψη σου άρχιζε μια μυστική λειτουργία. Με το μυαλό και τις αισθήσεις έμπαινε σε κίνηση αργά και μεθοδικά η διαδικασία της απόδρασης. Κατέληγες σ' ένα σχέδιο. Το υπέβαλλες στο Συμβούλιο, την ανώτατη αρχή της ΕΟΚΑ στα κρατητήρια, που όριζε με διαταγή ο Διγενής. Κι αν το σχέδιο και τα ονόματα που προτείνονταν εγκρίνονταν, σου διαβιβαζόταν το μήνυμα της αναμονής. Γιατί εκτός από το δικό σου, υπήρχαν κι άλλα σχέδια αποδράσεων και οπωσδήποτε γινόταν επιλογή προσώπων, σύμφωνα με την κρίση του Συμβουλίου και την έγκριση του Αρχηγού της Οργάνωσης. Έτσι επιτεύχθηκαν κατά καιρούς τολμηρές αποδράσεις, από τα κρατητήρια και τις φυλακές, αγωνιστών που μεγαλούργησαν σε εκπληκτικές πράξεις ανδρείας και δοξασμένης αυτοθυσίας»

Απόδραση 16 αγωνιστών από το φρούριο της Κερύνειας

Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1955, η ΕΟΚΑ είχε μια μεγάλη επιτυχία. Από το φρούριο της Κερύνειας δραπέτευσαν 16 πολιτικοί κρατούμενοι, σημαίνοντα στελέχη της ΕΟΚΑ, παρά τα αυστηρά μέτρα των Αγγλων. Οι δραπέτες είναι: Μάρκος Δράκος, Λάμπρος Καυκαλίδης, Μιχαλάκης Ρωσσίδης, Λεύκιος Ροδοσθένους, Πέτρος Στυλιανού, Πέτρος Παπαϊωάννου, Ευάγγελος Ευαγγελάκης, Χριστάκης Ελευθερίου, Κωνσταντίνος Λοίζου, Στέλιος Σιάμισης, Χαρίλαος Ξενοφώντος, Παύλος Νικήτας, Ανδρέας Πολυβίου, Παναγιώτης Παπαναστασίου, Δήμος Βρυωνίδης, Μίκης Φυρίλλας.
Το σχέδιο της απόδρασης είχε υποβληθεί στον Διγενή και εγκρίθηκε. Η εκτέλεση του έγινε ως εξής:

Οι 16 κρατούμενοι συγκεντρώθηκαν στο διαμέρισμα του φρουρίου, που είχαν επιλέξει για την απόδρασή τους. Μερικοί απ' αυτούς άρχισαν να κτυπούν με σίδερα κρυμμένα στο θάλαμο το υλικό που συγκρατούσε το παράθυρο, από το οποίο θα κατέβαιναν προς το μέρος της θάλασσας. Για να μην ακούεται ο θόρυβος των κτυπημάτων, άλλοι συγκρατούμενοί τους την ίδια ώρα τραγουδούσαν, χόρευαν, θορυβούσαν. Τα σίδερα του παραθύρου δεν ξεκολλούσαν εύκολα, αλλά τελικά υποχώρησαν στη μυϊκή δύναμη του Πέτρου Παπαϊωάννου. Οι κρατούμενοι χρησιμοποίησαν τα σεντόνια, που είχαν δέσει το ένα με το άλλο, και ένας - ένας κατέβαιναν στην παραλία. Η απόδραση τους κράτησε 16 λεπτά και τελείωσε στις 9:30 μ.μ.

Οι 16 δραπέτες χωρίστηκαν σε μικρότερες ομάδες και προχώρησαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Επτά απ' αυτούς συνελήφθησαν. Οι άλλοι εννέα, ο Ευαγγελάκης, ο Ξενοφώντος, ο Καυκαλίδης, ο Δράκος, ο Ροδοσθένους, ο Φυρίλλας, ο Πολυβίου, ο Ελευθερίου και ο Νικήτας, έγιναν μέλη ανταρτικών ομάδων και πρόσφεραν πολλές υπηρεσίες στον Αγώνα.

ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ 1Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ 3Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1955


Κατά την περίοδο αυτή, ο Εθνάρχης Μακάριος μεταβαίνει εις Μπαντούγκ της Ινδονησίας, όπου συγκροτείται το Αφρικανοασιατικό Συνέδριο, και ενημερώνει σε διεθνές επίπεδο για το Κυπριακό πρόβλημα. Στην Κύπρο συγκαλεί το Εθναρχικό Συμβούλιο, που ασχολείται με την πορεία του εθνικού θέματος της Κύπρου. Η Βρετανία αντιτίθεται στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο και συγκαλεί στο Λονδίνο Τριμερή Διάσκεψη, στην οποία εκπροσωπούνται οι Κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Σ' αυτή συζητείται το Κυπριακό πρόβλημα, στη λύση του οποίου εμπλέκεται επίσημα η Τουρκία. Στη διάρκεια της Διάσκεψης οι Τούρκοι επιδίδονται σε Βανδαλισμούς εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Η 10η Σύνοδος του ΟΗΕ απορρίπτει την προσφυγή της Ελλάδας για το Κυπριακό πρόβλημα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1955, ανακοινώνεται ο διορισμός του Σερ Τζων Χάρτινγκ ως νέου Κυβερνήτη της Κύπρου.

Ο Εθνάρχης Μακάριος εργάζεται για ενημέρωση επί του Κυπριακού προβλήματος. Η συμμετοχή του στο Αφρικανοασιατικό Συνέδριο εις Μπαντούγκ της Ινδονησίας.
Παράλληλα με τη στρατιωτική δράση της ΕΟΚΑ, ο Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης Μακάριος κινείται προς πολλές κατευθύνσεις, για να ενημερώνει τη διεθνή κοινή γνώμη στο Κυπριακό πρόβλημα.

Στις 15 Απριλίου 1955, μεταβαίνει εις Μπαντούγκ της Ινδονησίας, όπου συγκροτείται Αφρικανοασιατικό Συνέδριο, στο οποίο συμμετέχουν αρχηγοί και άλλοι επίσημοι 29 κρατών. Οι πιο πολλές από τις χώρες αυτές είχαν διατελέσει υπό αποικιακό ζυγό και έβλεπαν με πολλή συμπάθεια το Κυπριακό πρόβλημα. Στις 23 Απριλίου, ο Αρχιεπίσκοπος συγκάλεσε δημοσιογραφική διάσκεψη στη Μπαντούγκ και σε δηλώσεις του μεταξύ άλλων είπε:

«Η συνδιάσκεψις του Μπαντούγκ αποτελεί ιστορικόν Βήμα δια τον οριστικών ενταφιασμόν του αποικισμού εις τον κόσμον. Όλοι οι εξηρτημένοι λαοί παρακολουθούν μετ' ανακουφίσεως και ικανοποιήσεως τας εργασίας της παρούσης συνδιασκέψεως. Ο Κυπριακός λαός συμμετέχει περισσότερον από κάθε άλλον λαόν των αισθημάτων τούτων. Παρ' όλον ότι το Κυπριακόν ζήτημα δεν εσυζητήθη κατ' άμεσον τ